Με όπλο την ποίηση απέναντι στην άνανδρη τουρκική εισβολή

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές
Λογοτέχνης, Φωτογράφος,
http://dimitrisfileles.blogspot.com/

Ήταν Ιούνιος του 1916 ότΣυμπληρώνονται φέτος πενήντα ολόκληρα χρόνια από τον Ιούλιο του 1974· από τις μέρες εκείνες της ντροπής που η χούντα των συνταγματαρχών προσπάθησε να δολοφονήσει τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο και να ανατρέψει τη νόμιμη κυπριακή κυβέρνηση· από τις μέρες εκείνες του ολέθρου που ο τουρκικός επεκτατισμός άδραξε την ευκαιρία να αρπάξει ύπουλα –και με τις ευλογίες του αμερικανικού Πενταγώνου – το ένα τρίτο της μαρτυρικής Κύπρου, σκορπίζοντας τον θάνατο, βιάζοντας και καίγοντας, και να ξεριζώσει από τα πατρογονικά τους χώματα περίπου εκατόν πενήντα χιλιάδες ψυχές, κάνοντάς τις πρόσφυγες ή φυλακισμένους στον ίδιο τους τον τόπο.

Πενήντα χρόνια πλούσια σε ατελέσφορα διεθνή σχέδια και αδιέξοδες εκ των προτέρων συζητήσεις που κάθε φορά σκοντάφτουν πάνω στα συμφέροντα, που δεν φαίνεται ποτέ να γέρνουν την πλάστιγγα υπέρ του αυτονόητου δίκιου και της δικαίωσης του Ελληνοκυπριακού πληθυσμού. Πενήντα χρόνια πολιτικής ανεπάρκειας απέναντι στο χαϊδεμένο παιδί του ΝΑΤΟ, την Τουρκία, που τρίζει επαίσχυντα τα δόντια της, αφού μπορεί να παραμένει ατιμώρητη απέναντι σε κάθε έννοια δικαίου και να ιδρύει ανενόχλητη ψευδοκράτος στα κατεχόμενα εδάφη με αρχηγό τον Ραούφ Ντενκτάς, τον άνθρωπο των Άγγλων που έστειλε στην αγχόνη τον αγωνιστή Μιχάλη Καραολή.

Κι αν κανένας άλλος δεν μπορεί να δώσει τη μάχη για τη χαμένη αξιοπρέπεια ενός ολόκληρου έθνους (εντός και εκτός τυπικών συνόρων), το βαρύ φορτίο πέφτει στην πένα των ποιητών, στον αλογόκριτο λόγο των ανθρώπων του πνεύματος, που οι ορίζοντές τους δεν οριοθετούνται από συμφέροντα ή συναλλαγές.

Ο νομπελίστας ποιητής μας Γιώργος Σεφέρης στο αλληγορικό ποίημά του Οι γάτες τ’ Άι-Νικόλα μας δίνει μια συγκλονιστική εικόνα του αγώνα των ανυπότακτων Κυπρίων (απόσπασμα).

«Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας,

– σαράντα χρόνια αναβροχιά –

ρημάχτηκε όλο το νησί·

πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια.

Μιλιούνια φίδια τούτο τ’ ακρωτήρι,

χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου

και φαρμακερά.

Το μοναστήρι τ’ Άι-Νικόλα το είχαν τότε

Αγιοβασιλείτες καλόγεροι

κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια

κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή·

τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέφαν. […]

Όλη μέρα χτυπιούνταν ως την ώρα

που σήμαιναν το βραδινό ταγίνι. […]

Ήτανε θαύμα να τις βλέπεις, λένε,

άλλη κουτσή, κι άλλη στραβή, την άλλη

χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι. […]

Άγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες

ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος

χαθήκανε· δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι. […]

Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες

παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα

το αίμα το φαρμακερό των ερπετών.

Αιώνες φαρμάκι · γενιές φαρμάκι».

Ο ποιητής Λεωνίδας Μαλένης από τη Λευκωσία παρομοιάζει το μαρτυρικό νησί με Χρυσοπράσινο φύλλο στο ποίημα που μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη.

Γη της λεμονιάς, της ελιάς

γη της αγκαλιάς, της χαράς

γη του πεύκου, του κυπαρισσιού

των παλικαριών και της αγάπης

Γη του ξεραμένου λιβαδιού

γη της πικραμένης Παναγιάς

γη του λίβα, τ’ άδικου χαμού

τ’ άγριου καιρού, των ηφαιστείων

Γη των κοριτσιών που γελούν

γη των αγοριών που μεθούν

γη του μύρου, του χαιρετισμού

Κύπρος της αγάπης και του ονείρου

Χρυσοπράσινο φύλλο

ριγμένο στο πέλαγο

Ο Κώστας Μόντης, γεννημένος στην κατεχόμενη σήμερα Αμμόχωστο, γράφει στο ποίημά του Στιγμές της Εισβολής:

Είναι δύσκολο να πιστέψω

πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,

είναι δύσκολο να πιστέψω

πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.

Πικρή θάλασσα της Κερύνειας

που πρέπει να αποσύρουμε πια

τους στίχους που σου γράψαμε.

Σκέψου να μας γίνει βραχνάς η οροσειρά της Κερύνειας

σκέψου να την κοιτάμε με τρόμο,

σκέψου να την υποψιαζόμαστε,

σκέψου να τη μισάμε!

Ανασήκωσε την πλάτη κι απόσεισέ τους Πενταδάκτυλέ μου,

ανασήκωσε την πλάτη κι απόσεισέ τους.

Η ποιήτρια Άννα Παπαϊωάννου, παιδί της διχοτομημένης Λευκωσίας, γράφει το ποίημα Στη μοιρασμένη Λευκωσία.

Χλωμή

σε είδα να περνάς

πάνω από τις στέγες των σπιτιών

που χάθηκαν μες τη σιωπή

αγγίζοντας τα καμπαναριά

που βουβάθηκαν κι αυτά

πλάι στη μοναξιά των ίσκιων.

Πληγωμένη

σε είδα να κλαις

μες την ομίχλη που σε σκέπαζε

απόκοσμη οπτασία της παιδικής μου θύμησης.

Δεν έβλεπα τα μάτια σου

μα έβλεπα τα δάκρυά σου

χρυσά βόλια να σχίζουν την καρδιά μου

και να μετρώ στιγμή-στιγμή

τη μνήμη που πληγώνει.

Η πεζογράφος και ποιήτρια Έλλη Παιονίδου, γεννημένη στα αμπελοχώρια της Λεμεσού, γράφει το ποίημα Πρόσφυγες.

λύσανε τα σαντάλια τους, τα μέλη αποσταμένα

έγειραν να ξεκουραστούν

σιγά σιγά, μην ακουστούν

βγήκανε τα φαντάσματα σεργιάνι, ένα ένα.

ετούτο βγήκε απ’ τα προικιά της πρώτης θυγατέρας

εκείνο από τη τσιμινιά

και σμίχτηκε στη γειτονιά

με τις χαρούμενες φωνές που κουβαλά ο αέρας.

φαντάσματα, φαντάσματα του χθεσινού μας κόσμου

γιατί δε χάνεστε κι εσείς

μέσα στα βάθη της ψυχής

κι αβάσταχτη μας φέρνετε ευωδιά χαμένου δυόσμου;

Ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης, από το κατεχόμενο σήμερα χωριό Άχνα της Αμμοχώστου, δίνει τη σκληρή εικόνα της πραγματικότητας με το ποίημα Παιδί με μια φωτογραφία.

Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι

με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά

και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

Ο κόσμος γύρω του πολύς· κι αυτό

είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,

στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα–

στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,

στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα

και την κρατούσε ανάποδα· μου κακοφάνη.

Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες

αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές

που ’χαν παγώσει και δεν σάλευε καμιά.

Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.

Του τήνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι

τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.

Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα

ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,

έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια

γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.

Τέλος, ο Γιώργος Μανουσάκης γράφει το ποίημα Χωρισμός για εκείνους που έμειναν για πάντα πίσω.

Τέσσερεις μέρες πριν τον είχαμε θαμμένο.

Φύγαμε αφήνοντάς τον μαζί με τα σπίτια

και τα χωράφια στα χέρια των Τούρκων.

Μήτε τα εννιάμερα δεν του ’χα κάμει.

Τώρα όλοι κλαίνε τη χαμένη τους

πατρίδα κι εγώ σκέφτομ’ εκείνον

που λειώνει μοναχός στην τουρκεμένη γης.

Με τρώει το ρώτημα: άραγες θα μ’ αφήσουν

στο λίγο τον καιρό που μέλλεται να ζήσω

να πάω, τα κόκαλά του να ξεχώσω

να τα φέρω σε χώματα χριστιανικά;

Για να ολοκληρώσει ο ποιητής τη σκέψη του με το αμείλικτο ερώτημα που μέχρι σήμερα τον βασανίζει:

Πενήντα χρόνια ομόκοιτοι, πώς θα βαστάξω

το χωρισμό στον ανεξύπνητο ύπνο;

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *