Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές
Λογοτέχνης, Φωτογράφος,
http://dimitrisfileles.blogspot.com/
Ήταν Ιούνιος του 1916 όταν έφυγε από τη ζωή ο Μιχαήλ Μητσάκης, μία πολυσχιδής μορφή των ελληνικών γραμμάτων του 19ου αιώνα. Για τα προς το ζην υπήρξε δημοσιογράφος σε πολλές, κυρίως σατιρικές, αθηναϊκές εφημερίδες, όπως ο «Ασμοδαίος», ο «Θόρυβος», η «Πρωτεύουσα», το «Άστυ» κ.λπ., όπου υπέγραφε συνήθως με διάφορα ψευδώνυμα. Η συγγραφή, όμως, αποτελούσε πάντα το μεγάλο του πάθος και σ’ αυτό παραδινόταν όταν για λίγο έπαυαν να τον κυνηγούν οι δαίμονες που βασάνιζαν την ταλαιπωρημένη του ψυχή (υπήρξε τρόφιμος του ψυχιατρείου της Κέρκυρας αλλά και του Δρομοκαϊτείου της Αθήνας, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή).
Αν και τα λογοτεχνικά έργα του είναι γραμμένα στην καθαρεύουσα λόγω των συνθηκών της εποχής του, ο Μητσάκης ήταν υπέρμαχος της δημοτικής γλώσσας. Διηγήματα, χρονογραφήματα, κριτικά δοκίμια και ποιήματα αποτελούν το σύνολο του έργου του, με σαφείς επιδράσεις από τον γαλλικό νατουραλισμό. Θεωρείται από τους θεμελιωτές της ελληνικής αστικής πεζογραφίας και από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της Νέας Αθηναϊκής Σχολής (Γενιά του 1880), ενώ ο Κωστής Παλαμάς τον χαρακτηρίζει «Κάλβο του πεζού λόγου». Δυστυχώς, όπως συνέβη και με πολλούς ακόμα λογοτέχνες, η αξία του έργου του αναγνωρίστηκε μετά τον θάνατό του.
Μικρό αφιέρωμα λογοτεχνικής μνήμης το διήγημά του που ακολουθεί, με τίτλο «Το φίλημα» (1892), μεταγραμμένο στη δημοτική γλώσσα από τον υποφαινόμενο προς τέρψη των σημερινών αναγνωστών.
Το φίλημα
Στο Μανιάκι, στην κορυφή του λόφου, από τους τριακόσιους μαχητές δεν απόμεινε ούτε ένας ζωντανός. Ο ήλιος που πρόβαλε από τα χιόνια των βουνών τους χαιρέτησε, όρθιους όλους, φώτισε τις λευκές φουστανέλες, χάιδεψε τα μαύρα μαλλιά τους, άστραψε μέσα στα φλογερά μάτια τους, καθρεφτίστηκε στο ατσάλι των σπαθιών τους, χρύσωσε τις λαβές των αρμάτων τους. Και τώρα, καθώς δύει κάτω στο πέλαγος, τους αποχαιρετά λυπημένος νεκρούς, σκορπισμένους πάνω στο χώμα, και χάνεται αργά αργά, σαν μεγάλο κόκκινο μάτι που κλείνει, που σβήνοντας θέλει να ρίξει ένα τελευταίο βλέμμα στους γενναίους. Όλη τη μέρα, χωρίς φαγητό και νερό, πάλεψαν με τη θύελλα των σφαιρών, αντιστάθηκαν στο χαλάζι από τις βόμβες, ντρόπιασαν τη βροχή από τα βόλια, περιγέλασαν την ορμή του σπαθιού και τη βία της λόγχης. Κι αφού έφαγαν το μπαρούτι με τη χούφτα, αφού σώθηκε και το τελευταίο σπυρί του στις παλάσκες τους, αφού ραγίστηκε και του τελευταίου όπλου η κάννη, αφού και το ύστατο γιαταγάνι έσπασε μέσα στο χέρι τους, έπεσαν χάμω, άψυχοι ναι, νικημένοι όχι. Κι ανάμεσά τους ο Παπαφλέσσας, ο πρώτος που άρχισε τη σφαγή και ο τελευταίος που σταμάτησε, κάτωχρος, ξαπλωμένος, με πλατιά πληγή στο στήθος, κρατάει ακόμη το σπασμένο κομμάτι, καταματωμένο, με σφιγμένα δάχτυλα, με σπασμό έρωτα και λύσσας. Και ο Αιγύπτιος ανεβαίνει, με καλπασμό αλόγων και κλαγγή σπαθιών, με ήχους τυμπάνων και βοή σαλπίγγων, ενώ τα μπαϊράκια του ανεμίζουν στον αέρα του δειλινού και τα μισοφέγγαρα αστράφτουν στον καθαρό ορίζοντα της δύσης. Μυρμηγκιάζει την πεδιάδα και τις πλαγιές ο στρατός και βαρύ ακούγεται το βήμα του. Πάνω στην υγρή γη, την ποτισμένη με αίμα, οι Άραβες βαδίζουν κοπιαστικά, γλιστρούν τα πέταλα των αλόγων τους. Αλλά είναι τόση η χαρά για την ανέλπιστη νίκη, τόση η ανακούφιση μετά τον φόβο, ώστε τραβούν γοργά τον ανήφορο και φτάνουν στην κορυφογραμμή. Ήδη ο αρχηγός τους έφτασε στην κορυφή του λόφου, ανέβηκε και στάθηκε, έριξε γύρω του το βλέμμα, κοίταξε το κοκκινωπό χώμα, που πίνει λαίμαργα το αίμα των γενναίων, επιθεώρησε το στρατό που ανηφόριζε, είδε γύρω τους νεκρούς. Και με μάτια ανοιχτά, έκπληκτα, βλέπει τα ψηλά κορμιά τους, τα πλατιά στήθη τους και τα μπράτσα τους τα γεροδεμένα, τις ωραίες μορφές τους, τα μέτωπά τους τα περήφανα. Ένα σύννεφο περνά από την όψη του, το βλέμμα του θολώνει λίγο, μια ελαφριά σύσπαση σχηματίζεται στα χείλη του.
«Κρίμα να χαθούν τέτοιοι λεβέντες.»
Και βλέπει, βλέπει γύρω, βλέπει με θαυμασμό, βλέπει με απορία, σαν να μην πιστεύει πως χάθηκαν τέτοιοι άντρες, πως είναι ξαπλωμένοι αναίσθητοι και δεν κοιμούνται μόνο, για να ξυπνήσουν πάλι φοβερότεροι, πως και ο ίδιος ο θάνατος υπήρξε ισχυρότερος απ’ αυτούς.
«Ποιος είναι ο Παπαφλέσσας;»
Οι οδηγοί του έτρεξαν, του έδειξαν το πτώμα, καταμουσκεμένο απ’ τον ιδρώτα του αγώνα, με σκισμένα τα ρούχα, μαυρισμένο απ’ τον καπνό.
«Σηκώστε τον, μωρέ, πάρτε τον… Πάρτε τον, πλύντε τον… Πλύντε το παλικάρι…»
Δυο άντρες τον έπιασαν απ’ τις μασχάλες, τον σήκωσαν, τον έστησαν στα πόδια του και τον πήγαν στην κοντινή πηγή. Εκεί του έπλυναν τα χέρια και το πρόσωπο, τον ξέπλυναν απ’ τα χώματα και τον ιδρώτα, τον καθάρισαν απ’ τη σκόνη και το χώμα, απ’ τον καπνό και το αθάνατο θεϊκό αίμα, τον στέγνωσαν, του τακτοποίησαν τα ρούχα και τον έφεραν πίσω.
«Στήστε τον εκεί από κάτω…»
Οι άντρες που τον κρατούσαν, πήγαν στο δέντρο, τον ακούμπησαν στη ρίζα του, τον σήκωσαν και τον στερέωσαν στον κορμό, τον ισορρόπησαν σαν να ήταν ζωντανός. Έπειτα τραβήχτηκαν, απομακρύνθηκαν και τον άφησαν να σταθεί μόνος στα πόδια του. Το πτώμα απόμεινε ακίνητο, όρθιο, στηριγμένο με τη ραχοκοκαλιά στον κορμό, με το θώρακα να προεξέχει και τα χέρια κρεμασμένα, κρατώντας ακόμη το σπασμένο χαντζάρι, με τα πόδια ανοιχτά, το κεφάλι ψηλά.
Τότε ο Ιμπραήμ πλησιάζει αργά το δέντρο, στέκεται και κοιτάζει σιωπηλός για πολλή ώρα το ξεψυχισμένο σώμα του αντίπαλου και κάτω από το φως του φεγγαριού, που εκείνη την ώρα πρόβαλλε κατακόκκινο, σαν κι αυτό να βάφτηκε από το αίμα που χύθηκε στη μάχη, κάτω απ’ τα κλαδιά που θρόιζαν πένθιμα, σκύβει και τον φιλάει, παρατεταμένα, τον όρθιο νεκρό.
* Οι συνοδευτικές φωτογραφίες προέρχονται από τον διαδικτυακό τόπο kalliopex.com