Η Σάλμα διηγείται μια ιστορία μη ΜΟΝΑΔΙΚΗ
Με λένε πλέον Σάλμα, πριν ούτε που θυμάμαι αν είχα όνομα. Είμαι μια τυφλή, πια, torby γάτα με σοβαρά νευρολογικά προβλήματα. Θα σας πω την ιστορία μου γιατί αφενός θέλω να την ξεχάσω και αφετέρου ελπίζω να μην τη ζήσει κι άλλο αδέσποτο.
Ζούσα στους δρόμους κι έβλεπα, τριγυρνούσα παντού μάλλον σε μια περιοχή της Αθήνας. Έβρισκα να φάω; Έτρωγα.
Έβρισκα να πιω νερό; Έπινα. Απέφευγα αυτοκίνητα και ανθρώπους που δεν με ήθελαν. Δεν χρειαζόμουν πολλά. Έμαθα να ζω με τα απαραίτητα και να προσέχω. Να ακούω πριν δω. Να τρέχω όταν πρέπει. Να περιμένω όταν αξίζει. Κάποια μέρα με βρήκε κάποιος και κάλεσε το Δήμο, είπε, όπου περιφερόμουν. Με μάζεψαν και με πήγαν σε ένα κτηνιατρείο, μού έκαναν αποπαρασίτωση, με στείρωσαν χωρίς να μού κόψουν το αυτάκι και θεώρησαν καλό να με επανεντάξουν σε άλλη
περιοχή από αυτή που ζούσα μέχρι τότε μάλλον.
Και διάλεξαν μάλιστα ένα δρόμο που καταλήγει σε ένα ρέμα με πολλά δέντρα αλλά από την άλλη μεριά είναι
βιομηχανικός δρόμος με πολλά εργοστάσια και εμπορικές αποθήκες. Φορτηγά πήγαιναν κι έρχονταν, νταλίκες τεράστιες, αυτοκίνητα πάρα πολλά. Πανικοβλήθηκα, δεν ήξερα πού ήμουν. Έτρεχα προς κάθε κατεύθυνση, έψαχνα να βρω μια πόρτα με ένα μπολάκι νερό και τροφή απέξω. Άρχισε το κορμί μου να μαζεύει, έχασα τις δυνάμεις μου. Κι επειδή είμαι λίγο φωνακλού, νιαούριζα δυνατά κάποιος να με δει, να μού δώσει κάτι. Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, κάτι μού συνέβη, κάτι πολύ κακό… Ένα μπαμ! θυμάμαι κι έναν τρελό πόνο στο κεφάλι, μετά … το τίποτα, ένα σκοτάδι στο μυαλό μου και στα μάτια μου. Δεν έβλεπα πια, δεν ήξερα πού να πάω. Σηκώθηκα τρεμάμενη, προσπαθούσα να μυρίσω στον
αέρα κάτι γνώριμο, τίποτα. Περιδιάβαινα πάνω σε ένα έδαφος που δεν αναγνώριζαν οι πατούσες μου, τρόμο ένιωθα μόνο και σύγχυση. Έκλαιγα, ούρλιαζα. Είχα μείνει πια η σκιά του εαυτού μου, μια μέρα είχε περάσει, δυο; Κι
εξακολουθούσα να φωνάζω δυνατά, ούρλιαζα! «Κάποιος! Κάποιος να με βοηθήσει; Δε βλέπω! Πού είμαι; Βοήθεια!»
Τίποτα. Είχα απελπιστεί κι όμως συνέχιζα. Πριν έρθει το τέλος μου, αγωνιζόμουν. Κάποτε, κάποιος μού έβαζε τροφή, κάποιο δίποδο θα με δει, κάποιο θα βοηθήσει. Έκλαιγα γοερά και πατούσα δειλά και τα βήματά μου με πήγαν σε μια αποθήκη και μόλις μπήκα μέσα έβγαλα τις τελευταίες κραυγές, δεν είχα άλλη δύναμη.
Δυο κυρίες με άκουσαν κι έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει και με ρώταγαν «από πού ήρθες εσύ καημενούλα; Τι έχεις;» Ίσως μύρισα την αγάπη τους για τα ζώα και μπήκα εκεί, ίσως το ένστικτό μου με οδηγούσε σε μια σωτηρία… Σύντομα ήρθε κι άλλη μια κυρία που μόλις με είδε, με πήρε αγκαλιά, έτσι μες τη βρώμα που ήμουν και με φίλησε. Μύρισα στο λαιμό της την αγωνία, το άγχος, την απόγνωση τη στιγμιαία. Και οι άλλες κυρίες το ίδιο μού μύριζαν, την ξέρω εγώ αυτή τη μυρωδιά, είναι η ζωή μου όλη. «Είναι τυφλή, είναι τυφλή!» έλεγε η μία, «όχι ρε, δεν μπορεί να είναι τυφλή, πώς ήρθε μέχρι εδώ;» έλεγε η άλλη, «να της βάλουμε να φάει» έλεγε η τρίτη. Μού φτιάξανε μια χαρτόκουτα με τρύπες ολόγυρα, μου στρώσανε μπλούζες για φωλιά μέσα σε αυτή και μέσα σε δέκα λεπτά μπήκε μέσα στην κούτα και φαγητό και νερό.
Έτρωγα δίχως αύριο, δεν ήξερα στα αλήθεια αν θα με έβρισκε αύριο. Έμεινα εκεί με κλειστό αυτοσχέδιο πορτάκι για αρκετές ώρες, δεν ξανάβγαλα άχνα.. ‘Υστερα από ώρες, βρέθηκα σε άλλο χώρο, γνώριμες μυρωδιές της φυλής μου γέμισαν τη μύτη μου, τρελάθηκα αλλά δεν φώναξα, μια σιδερένια φωλιά με απαλά στρωσίδια μού έδινε ασφάλεια. Ένας κύριος, που πολύ με ηρεμούσε η μυρωδιά και η φωνή του, με χάιδευε και μου΄πιανε το κεφάλι, κάτι μου ακουμπούσε πάνω στη γούνα μου, με πίεζε σε διάφορα σημεία του κορμιού μου και τον άκουσα να λέει σε μια άλλη αγχωμένη, για πάρτη μου, κυρία ότι η τύφλωσή μου είναι πρόσφατη και προήλθε από οξύ χτύπημα στο κεφάλι είτε από κλωτσιά ή από αυτοκίνητο που ευτυχώς δεν με έκοψε στα δύο, ότι έπρεπε να ακολουθήσω μια αγωγή με κορτιζόνη για μια εβδομάδα κι
αν δεν επανέλθει η όρασή μου, θα μείνω για πάντα τυφλή κι ότι δεν πρέπει να ξαναβγώ στους δρόμους γιατί δε θα
επιζήσω. Γύρισα σε ένα σπίτι όπου μύριζα απόγνωση δίποδων που έλεγαν συνέχεια «δε θα ξαναβγεί έξω αλλά τι θα γίνει; Πού θα ζήσει; Πόσα πλάσματα να αναλάβουμε; Μα δε γίνεται να ξαναβγεί έξω…» Ένιωθα την αγωνία τους αλλά ο δικός μου ο τρόμος ήταν μεγαλύτερος. Έβαλα τα δυνατά μου να τους δείξω ότι θα αγωνιστώ, ότι θα τρώω, ότι θα πίνω νερό και τα φάρμακά μου, ήμουν ήσυχη, έκανα βηματάκια δειλά χωρίς να ενοχλώ, δεχόμουν αγκαλιές και χάδια και κάθε μέρα σημείωνα πρόοδο μικρή αλλά σημαντική. Βρέθηκα σε ένα υπνοδωμάτιο με άλλες δύο συγκάτοικους, ασθενικές και αυτές, τούς έκλεβα λίγο φαγητό, με πρόγκιξαν λίγο στην αρχή αλλά μετά πήγαινα σιγά-σιγά δίπλα τους να με συνηθίσουν, να δουν ότι θέλω παρέα και οδηγούς να με μάθουν το χώρο και ζέστη δίπλα τους απέναντι από τη σόμπα. Δεν τις βλέπω αλλά τις νιώθω να με κοιτούν επίμονα και να με αφήνουν να κάθομαι δίπλα τους. Η πρώτη αγχωμένη κυρία με μαθαίνει να πλένομαι και μού μιλάει ήρεμα και γλυκά μη φοβηθώ και μού βάζει και ραδιόφωνο να συνηθίσω ίδιους ήχους του χώρου. Θα μάθω, θα τα μάθω όλα, θέλω ένα σπίτι να τα ξεχάσω όλα τα άσχημα και θα της δώσω ό,τι καλό έχει μείνει
μέσα μου. Θα γίνω καλό συντροφάκι.
Δώστε μια ευκαιρία και σε άλλα πλάσματα του είδους μου, μην μας κλωτσάτε, μη μας χτυπάτε με το αυτοκίνητο. Δεν είμαι η μόνη που τα έζησα αυτά. Κάθε πόλη χωράει περισσότερους απ’ όσους νομίζουμε — αρκεί να μάθετε να κοιτάτε χαμηλά και με λίγη περισσότερη κατανόηση και αγάπη, δώστε μας ελπίδα.