Μια ιστορία αληθινή σαν παραμύθι

Γράφει η Ικαριώτισσα*

6 Ιανουαρίου την ημέρα των φώτων γεννήθηκε ένα κοριτσάκι τόσο μικροσκοπικό τοσοδούλι. Σε ένα πέτρινο φτωχικό σπιτάκι χωρίς ζεστασιά και χωρίς φώτα στο αχνό μου φέγγος του λύχνου ή του καντηλιού. Το κοριτσάκι αυτό μεγάλωσε και έγινε ένα ζωηρό αγοροκόριτσο. Δεν έπαιζε με κούκλους, έπαιζε με τα αγόρια της γειτονιάς παράβγαινε στο τρέξιμο, στο κολύμπι, έπαιζε αμπάριζα, γκαζές, αγωνίζονταν στο τρέξιμο και πάντα νικούσε τα αγόρια ακόμα και τα πιο μεγάλα, αυτό το αγοροκόριτσο. Αυτό το έκανε να νιώθει Αρχηγός. Ήταν κοντό λεπτό αλλά αεικίνητο γεμάτο νεύρο, εκρηκτικό αλλά δίκαιο, αγαπούσε τη συντροφικότητα για αυτό του άρεσαν τα ομαδικά παιχνίδια, ο αγώνας η άμυλα. Τι ξένιαστη που ήταν η ζωή παιχνίδι, ανεμελιά παιδική φαντασία και παιδιάστικα όνειρα ίσα με τον μπόι μας.

Κάποια μέρα εκεί που παίζαμε ξένιαστα και χαρούμενα χτύπησαν οι καμπάνες και τον δυο εκκλησιών πένθιμα. Τρομάξαμε σταματήσαμε το παιχνίδι και προσπαθήσαμε να μάθουμε τι συμβαίνει. Η μάνες μας τρομαγμένες αλαφιασμένες έτρεχαν να μας μαζέψουν από το παιχνίδι και να μας κλείσουν προστατευτικά στην αγκαλιά τους. Δεν κατάλαβα και πολλά πράγματα. Έλα μαζί μου έγινε πόλεμος. Πόλεμος τι είναι αυτό μαμά; Πόλεμος παιδί μου είναι ένα μεγάλο κακό που κάνουν οι δυνατοί και μεγάλοι, ενάντια στους μικρούς και αδύνατους.

Είναι μία μεγάλη συμφορά, καταστροφή, θάνατος, πείνα. Καταστροφή των πόλεων των κρατών των ανθρώπων. Είναι η μεγαλύτερη συμφορά που μπορεί να συμβεί σε μία χώρα. Αυτοί που κάνουν τους πολέμους δεν έχουν καρδιά, δεν έχουν κάνει ποτέ όνειρα, δεν αγάπησαν, δεν σκίρτησε η καρδιά τους από έρωτα, δεν ένιωσαν ποτέ τι θα πει χαρά, ακόμα και κλάμα από χαρά και συγκίνηση. Είναι μισάνθρωποι που χαίρονται με το όλεθρο και τη συμφορά που σκορπούν γύρω τους. Τους διασκεδάζει να βλέπουν τις μάνες να κλαίνε πάνω στα αποκαΐδια που αφήνουν γύρω τους. Αυτή είναι η χαρά και ηδονή τους. Αν μπορούσα με ένα μαγικό ραβδάκι να τους εξαφανίσω, να μην υπάρχουν πόλεμοι στη γη, να μην βλέπεις σπίτια να γκρεμίζονται, μάνες να κρατούν τα μικρά κορμάκια των παιδιών τους με τα ματάκια τους γυάλινα χωρίς πνοή χωρίς χαμόγελο. Τι να πεις στη μάνα που αμίλητη από τον πόνο, την οδύνη δεν ξέρει τι να κάνει, που πατάει, να κλάψει, να ουρλιάζει, να προσευχηθεί, τι;

Έχω μία εικόνα που δεν την ξεχνώ. Ήμουν έξι χρονών τώρα είμαι ενενήντα, η εικόνα αυτή με συντροφεύει σε όλη μου τη ζωή όταν ακούω τη λέξη ΠΟΛΕΜΟΣ. Η γυναίκα αυτή με μαύρα ντυμένη, τα μαλλιά της μακριά λιτά, το φόρεμα της μαύρο μακρύ ίσα με τα νύχια της, κρατούσε στην αγκαλιά της το άψυχο κορμάκι του παιδιού της. Δεν έκλαιγε, ούρλιαζε και έκανε κάποιες κινήσεις απελπισίας, πόνου, πανικού σαν να παρακολουθούσα αρχαία τραγωδία.

Αλήθεια, πώς να περιγράψεις τον πόνο, τη συμφορά, το χαμό ενός παιδιού; Που δεν έχει προλάβει να ζήσει και του αφαιρείς έτσι εσύ τη ζωή. Ποιος δικαστής να σε δικάσει; Εσένα που κάνεις τον πόλεμο και έτσι από το πουθενά σου σκορπάς θάνατο, φρίκη, συμφορά, πανικό; Υπάρχει απάντηση; Καμία. Οι μεγάλοι και οι ισχυροί παίζουν τις ζωές μας στα ζάρια.

*Μαρία Χασαπίδου

Comments

No comments yet. Why don’t you start the discussion?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *