Φιλελές Δημήτρης: Οι θάλασσες των ποιητών – α΄ μέρος

Στη μόνιμη στήλη της εφημερίδας μας “ΒΗΜΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ” – Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές (Λογοτέχνης, Φωτογράφος)

Οι θάλασσες των ποιητών – α΄ μέρος

Η θάλασσα είναι μάγισσα. Με την αδιάκοπη κίνησή της, άλλοτε ρυθμική και απαλή, άλλοτε μανιασμένη και ασίγαστη, μαγνητίζει όχι μόνο το βλέμμα, αλλά όλες μας τις αισθήσεις, μας τραβά κοντά της για να μας κάνει παντοτινούς εραστές της. Σχεδόν πάντα αδιαφορώντας για την απειλητική προοπτική του αφανισμού στα αφρισμένα της κύματα ή στον σκοτεινό βυθό της, αφηνόμαστε γυμνοί στην επιθυμία της για ένα ταξίδι που ποτέ δεν ξέρουμε πού και πώς θα καταλήξει. 

Και αν έτσι συμπεριφερόμαστε οι κοινοί θνητοί, πια άλλη προσδοκία μπορούμε να έχουμε από τους ποιητές που αποζητούν την αιώνια δόξα; Εραστές της, καθένας με τον τρόπο του, συνομιλούν μαζί της ίσως για να ερωτοτροπήσουν ή για να την προκαλέσουν ή για να την εξευμενίσουν ή απλώς για να υμνήσουν το απαράμιλλο κάλλος της. 

Συγκλονιστικός είναι ο ποιητικός λόγος του Οδυσσέα Ελύτη στο Άξιον Εστί (Τα Πάθη, Ψαλμός Β΄, 1959), όπου ο ποιητής ταυτίζει την ελληνική γλώσσα με το θαλασσινό τοπίο με τρόπο καταλυτικό:

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική

το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου…

Εκεί σπάροι και πέρκες

ανεμόδαρτα ρήματα

ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια

όσα είδα στα σπλάχνα μου ν’ ανάβουνε

σφουγγάρια, μέδουσες

με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων

όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη…

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη…

Εκεί ρόδια, κυδώνια

θεοί μελαχρινοί, θείοι κ’ εξάδελφοι

το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια.

Και πνοές από τη ρεματιά ευωδιάζοντας

λυγαριά και σχίνο 

σπάρτο και πιπερόριζα

με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων

ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι.

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι!

Εκεί δάφνες και βάγια

θυμιατό και λιβάνισμα

τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια.

Στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα,

κνίσες, τσουγκρίσματα

και Χριστός Ανέστη

με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων.

Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου…

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου!

Η σχέση του ποιητή με τη θάλασσα είναι σχέση ζωής, σχέση ερωτικής εξάρτησης, σχέση διά βίου επιθυμίας, σαν η ομορφιά της να τον έχει πλανέψει πριν ακόμα έρθει στη ζωή. Θάλασσα και Ελλάδα στον λογισμό του είναι δεμένες αξεχώριστα, όπως εμφανίζονται στο ποίημα Μικρή πράσινη θάλασσα (Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά, Ίκαρος, 1971):

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

Που θα ’θελα να σε υιοθετήσω

Να σε στείλω σχολείο στην Ιωνία

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

Στο πυργάκι του φάρου το καταμεσήμερο

Να γυρίσεις τον ήλιο και ν’ ακούσεις

Πώς η μοίρα ξεγίνεται και πώς

Από λόφο σε λόφο συνεννοούνται

Ακόμα οι μακρινοί μας συγγενείς

Που κρατούν τον αέρα σαν αγάλματα

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

Με τον άσπρο γιακά και την κορδέλα

Να μπεις απ’ το παράθυρο στη Σμύρνη

Να μου αντιγράψεις τις αντιφεγγιές στην οροφή

Από τα Κυριελέησον και τα Δόξα Σοι

Και με λίγο Βοριά λίγο Λεβάντε

Κύμα το κύμα να γυρίσεις πίσω

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

Για να σε κοιμηθώ παράνομα

Και να βρίσκω βαθιά στην αγκαλιά σου

Κομμάτια πέτρες τα λόγια των Θεών

Κομμάτια πέτρες τ’ αποσπάσματα του Ηράκλειτου.

Ο Γιώργος Σεφέρης ανασύρει με πόνο ψυχής τις τραγικές μνήμες του Ελληνισμού, τον βίαιο ξεριζωμό του από τα παράλια της Μεσογείου, συνταιριάζοντας τον αχό της θάλασσας και των ανθρώπων με τα σπίτια που ερήμωσαν, αλλά έχουν ακόμα μέσα τους ζωή,  στο ποίημα Το σπίτι κοντά στη θάλασσα (Κίχλη – Πόρος, «Γαλήνη», 31 του Οχτώβρη 1946):

Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε

να ’ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί·

κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά

κάποτε δεν τα βρίσκει· το κυνήγι

ήταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια·

οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνονται στα καταφύγια.

Μη μου μιλάς για τ’ αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό

μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα

που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της·

δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια

ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.

Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά

που παίζουν στα περβόλια με τα κρόσσια του ήλιου,

κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες

γυαλιστερές πάνω στη μέρα·

όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,

ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν

μ’ εκείνους που έμειναν μ’ εκείνους που έφυγαν

μ’ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν

ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε

ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.

Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,

θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους

καμιά φορά, σα σταματήσω· ακόμη

καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές

μ’ ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου

κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι

πως κάποιος ετοιμάζεται να ’ρθει, πως τον στολίζουν

μ’ άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα

και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες

γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,

πως ετοιμάζεται να ‘ρθει να μ’ αποχαιρετήσει·

ή, μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη

γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,

Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια,

από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,

με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα,

πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει

εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ’ τη σκάλα.

Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις.

Ενώ στο ποίημά του Πάψε πια να γυρεύεις… (Σχέδια για ένα καλοκαίρι – Ποιήματα, Ίκαρος, 1974), ο ποιητής ταυτίζεται εξολοκλήρου με το σώμα της θάλασσας:

Πάψε πια να γυρεύεις τη θάλασσα

και των κυμάτων τις προβιές

σπρώχνοντας τα καΐκια

κάτω απ’ τον ουρανό είμαστε εμείς τα ψάρια

και τα δέντρα είναι τα φύκια.

Σε ένα ποιητικό γράμμα του με τίτλο Μαζεύω ήλιο και θάλασσα προς τον ομότεχνό του Τάσο Λειβαδίτη,  με ημερομηνία 21 Αυγούστου 1973, από το Καρλόβασι της Σάμου, ο Γιάννης Ρίτσος με φανερή την καρτερία καλύτερων και ελεύθερων ημερών γράφει μεταξύ άλλων: 

Μαζεύω ήλιο και θάλασσα για το χειμώνα –ίσως και τίποτα αισθήσεις και εικόνες που κάποτε, στην ώρα τους, θα ’ρθουν να μου ζητήσουν «να υπάρξουν», γιατί όσο υπάρχουν δε μου ζητάνε τίποτα– θα πρέπει να χαθούν για ν’ αρχίσουν ν’ αξιώνουν μια θέση στο στίχο. Κ’ εμείς: να τις σώσουμε για να σωθούμε. 

Και πράγματι, αρκετά χρόνια αργότερα, ευρισκόμενος στο ίδιο μέρος (Καρλόβασι, 29. VI. 87) και κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες, ο ποιητής με διαφορετική διάθεση μας προσφέρει υπέροχες εικόνες γράφοντας την Υπολογισμένη αναβολή:

Ωραία που βγαίνει το πλοίο απ’ το λιμάνι. Ρόδινος ο καπνός του

μες στη χρυσόσκονη του δειλινού. Λοιπόν,

όσες φορές κι αν σε αρνήθηκαν ή κι αν αρνήθηκες,

ένα άσπρο σπίτι πάνω στο λόφο ζητάει τη ματιά σου,

ένα παιδί βρέχει τα πόδια του στη θάλασσα χαμογελώντας,

ένα πουλί τη νύχτα τραγουδάει και για σένα.

Λοιπόν, ας αναβάλουμε και πάλι ας ενθρονίσουμε

αυτή τη μικρή πεταλούδα στο ραγισμένο τζάμι.

Με διάθεση νοσταλγική και με την αθωότητα της νιότης ατενίζει τη θάλασσα ο Γιώργος Σαραντάρης στο ποίημά του με τίτλο Άλλοτε η θάλασσα:

Άλλοτε η θάλασσα μας είχε σηκώσει στα φτερά της

Μαζί της κατεβαίναμε στον ύπνο

Μαζί της ψαρεύαμε τα πουλιά στον αγέρα

Τις μέρες κολυμπούσαμε μέσα στις φωνές και τα χρώματα

Τα βράδια ξαπλώναμε κάτω απ’ τα δέντρα και τα σύννεφα

Τις νύκτες ξυπνούσαμε για να τραγουδήσουμε

Ήταν τότε ο καιρός τρικυμία χαλασμός κόσμου

Και μονάχα ύστερα ησυχία

Αλλά εμείς πηγαίναμε χωρίς να μας εμποδίζει κανείς

Να σκορπάμε και να παίρνουμε χαρά

Από τους βράχους ως τα βουνά μας οδηγούσε ο Γαλαξίας

Και όταν έλειπε η θάλασσα ήταν κοντά ο θεός.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, στο ποίημά του Η θάλασσα (1962), ταυτίζει το υγρό στοιχείο με τον έρωτα. Και όπως δεν μπορεί να απαρνηθεί την ερωτική επιθυμία, με τον ίδιο τρόπο δεν μπορεί να απαρνηθεί και την έλξη που του ασκεί η θάλασσα:

Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: 

μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις. 

Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους 

–μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις, 

γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα, ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες. 

Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια 

Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι. 

Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα 

Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει. 

Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: 

χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει. 

Δημήτρης Φιλελές

Comments

No comments yet. Why don’t you start the discussion?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *