ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ. Requiem για τον Γιώργο Στεφανάκο

Του Ηλία Γιαρένη

Όταν το πρωί της Δευτέρας ήλθε το θλιβερό μήνυμα της απώλειας του Γιώργου, απώλειας όχι βέβαια αδόκητης για όσους γνωρίζαμε την εξαιρετικά δυσμενή πρόγνωση της επάρατης ασθένειας που τον ταλαιπώρησε τους τελευταίους μήνες της ζωής του, σκέφθηκα αμέσως τον σπουδαίο Λατίνο λυρικό ποιητή, τον Οράτιο, ο οποίος στις «Ωδές» είχε περιλάβει τον συγκλονιστικό στίχο «Non omnis moriar» που θα πει: δεν θα πεθάνω ακέραιος και συνέχιζε λέγοντας «multaque pars mei vitabit Libitinam» (και μεγάλο μέρος μου θα ξεφύγει από την Επιτύμβια Αφροδίτη). Ο Γιώργος ήταν συστηματικός μελετητής της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας και ως μικρό και ανεπίδοτο αντίδωρο μνήμης, αγάπης, σεβασμού, εκτίμησης και τιμής σ’ εκείνον, αφιερώνω τις σκέψεις που ακολουθούν.

Σκεπτόμενος κάποιος αυστηρά ορθολογικά, θα μπορούσε να διατυπώσει σοβαρές ενστάσεις σε σχέση με το νόημα του στίχου αυτού. Τι πάει να πει, άραγε, «δεν θα πεθάνω ακέραιος»; Ποιο είναι το «μέρος» μου, μάλιστα δε, όχι οποιοδήποτε σε ποιότητα και ποσότητα, αλλά μέρος μεγάλο που διαφεύγει του θανάτου; Μήπως τελικά πρόκειται για ένα σοφιστικό τέχνασμα, ένα νοητικό παίγνιο, μία ανθρώπινη επιθυμία που αποπειράται να συμβάλει την κατασκευή μίας εικονικής πραγματικότητας; Μήπως, στην προσπάθεια του ανθρώπου να διαχειριστεί το προσωπικό του άγχος θανάτου, να διασκεδάσει και να ανακουφίσει κάπως την μεταφυσική του αγωνία, να ικανοποιήσει την ματαιοδοξία και αυταρέσκειά του, θέλει να πιστεύει ότι, ακόμη και όταν εκμετρήσει τον βίο του, όταν αναιρεθεί η βραχύβια ύπαρξή του, «κάτι» δικό του θα εξακολουθήσει να παραμένει ενεργό και διαρκές, αυτή δε την πίστη του επιχειρεί να μετατρέψει σε βεβαιότητα;
Δεν αποκλείεται βέβαια να είναι και έτσι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Εν τούτοις, θα προσπαθήσω να επιχειρηματολογήσω για ποιον λόγο ο φίλος μας ο Γιώργος δεν πέθανε ολάκερος. Πράγματι, ένα μεγάλο μέρος του διέφυγε του θανάτου και θα μείνει πάντοτε εδώ, να μας συντροφεύει και να απαλύνει κάπως τη βαθιά οδύνη της απώλειας, του αμετάκλητου αποχωρισμού, της στέρησης της φυσικής του παρουσίας.
Χωρίς ιεράρχηση, θα υπενθυμίσω ορισμένα στοιχεία της ύπαρξης του Γιώργου που δεν υπόκεινται, τουλάχιστον αμέσως και σύντομα, στη ραγδαία φθοροποιό επίδραση του πανδαμάτορος χρόνου, τα οποία καταυγάζουν σε πνευματικό, προσωπικό, κοινωνικό και υλικό επίπεδο και λαμπρύνουν την ύπαρξή του.

Ο Γιώργος μας, αφήνει πίσω του το συγγραφικό του έργο και κυρίως το έργο ζωής του, το δικό του magnum opus, την «Πετραία Μάνη», για την οποία δικαιολογημένα σεμνυνόταν, αφού πραγματικά πρόκειται για μία σπουδαία συμβολή στην μεθοδολογία της διδακτικής της ιστορίας.

Αφήνει πίσω του το εκπαιδευτικό του έργο, αποτυπωμένο στους και στις εκατοντάδες ή ίσως και χιλιάδες μαθητές και μαθήτριές του στα δημοτικά σχολεία της πόλης μας, τα οποία υπηρέτησε ως δάσκαλος και διευθυντής, με ακαταπόνητη διάθεση προσφοράς, παροχής γνώσης, αλλά και καλλιέργειας παιδείας, με ήθος, επαγγελματισμό, αλλά και ενσυναίσθηση επί δεκαετίες. Ο Καζαντζάκης είχε γράψει ότι ο ιδανικός δάσκαλος είναι εκείνος που γίνεται γέφυρα για να περάσει αντίπερα ο μαθητής του. Κι όταν πια του διευκολύνει το πέρασμα, αφήνεται χαρούμενα να γκρεμιστεί, ενθαρρύνοντας τον μαθητή του να φτιάξει δικές του γέφυρες. Τέτοιος δάσκαλος ήταν ο Γιώργος μας. Και οι εωρακότες μεμαρτύρηκαν και αληθιναί αυτών εισίν αι μαρτυρίαι.

Ακόμη, αφήνει πίσω του την οικογένειά του, σε στενότερη και ευρύτερη έννοια, τον αδελφό του Στέφανο, κυρίως όμως τα παιδιά του, την Στεφανία, την Χριστίνα και τον Δημήτρη, στα μάτια των οποίων πάντοτε θα διακρίνουμε και κάτι, μία σπίθα, ένα ζωηρό, στοχαστικό, διεισδυτικό, περιπαικτικό βλέμμα που θα μας θυμίζει τον φίλο μας, ο οποίος με επιδεξιότητα σμίλευσε την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα των παιδιών του, εμφύσησε σ’ αυτά όχι μόνο τη ζωή, ως γυμνή ύπαρξη, αλλά, πολύ περισσότερο, το πλαίσιο εκείνο που μας ορίζει ως ανθρώπους, τη συγκρότηση, τις αρχές, τις αξίες, τις ευαισθησίες μας, διδάσκοντάς τα ως πατέρας, όχι όμως με διδακτισμό, όχι με προσπάθεια επιβολής συμπεριφορικών κανόνων με άκαμπτο και αυστηρό τρόπο, αλλά με την υψηλότερη και σπουδαιότερη διδαχή που είναι: η δια του παραδείγματος.

Αφήνει πίσω του στενούς συνεργάτες του στα σχολεία της πόλης μας, στον Δήμο μας, στην δημοτική παράταξη, με την οποία συμπορεύτηκε, παλιούς και νέους φίλους, συμμαθητές από τα παιδικά και εφηβικά μας χρόνια. Καθώς στερούμαστε ήδη και θα στερούμαστε δια βίου πλέον, τη φυσική του παρουσία, αισθάνομαι ότι εκείνο που μας απομένει είναι η εσωτερική μας ανάγκη να τον μνημονεύουμε πάντοτε, με την αγάπη, τη συγκίνηση και την τιμή που ως έσχατο, ελάχιστο, αλλά και δίκαιο όφλημα καλούμαστε να αποδώσουμε στον Γιώργο.
Δεν ξέρω εάν υπάρχει «ταξίδι», για να γράψω «καλό ταξίδι», «Παράδεισος», για να πω «καλό Παράδεισο», «μεταθανάτια ύπαρξη», για να ευχηθώ «καλή μας αντάμωση», φίλε μου Γιώργο. Πονάω πολύ που μας άφησες τόσο νωρίς. Και πονάω περισσότερο ακόμη γιατί, ίσως ως εκδήλωση ελλείμματος αυτοπεποίθησης, εκλαμβάνω ως αδυναμία την εξωτερίκευση του πόνου, τον οποίο εσωτερικεύω και αυτό με φθείρει ακόμη πιο πολύ. Εάν πάντως υπάρχει «κάτι» σ’ εκείνον τον ζοφερό χώρο του Επέκεινα, εύχομαι να είσαι γαλήνιος και αναπαυμένος, γιατί το μέρος σου που εξακολουθεί και μένει εδώ, είναι δυσανάλογα μεγαλύτερο, σπουδαιότερο και λαμπρότερο, συγκρινόμενο με το σχετικά βραχύ διάστημα της φθαρτής και πεπερασμένης ύπαρξής σου.

Comments

No comments yet. Why don’t you start the discussion?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *