Εκπαιδευτικοί και μαθητές
οι μεγάλοι χαμένοι από τις εφαρμοζόμενες πολιτικές
Γράφει ο Θοδωρής Κατσωνόπουλος
Αιρετός εκπρόσωπος των εκπαιδευτικών στο Κεντρικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης
Η σχολική χρονιά εξελίσσεται μέσα σ’ ένα εύθραυστο και δυσοίωνο τοπίο για τους εκπαιδευτικούς και την ελληνική κοινωνία. Παρά τις «θριαμβολογίες» του επιτελικού κράτους, το πρωτοφανές κύμα ακρίβειας συνεχίζεται, οι μισθοί των εκπαιδευτικών παραμένουν καθηλωμένοι και ταυτόχρονα εξανεμίζονται από το πρώτο δεκαπενθήμερο, γεγονός που τους οδηγεί στη φτώχεια και στην εξαθλίωση. Οι Δημόσιοι υπάλληλοι αμείβονται σήμερα με μισθούς μικρότερους από το 2009 με περικοπές που ξεπερνούν το 45%! Η αναλγησία της πολιτείας κορυφώθηκε πρόσφατα όταν το 15νθήμερο πιστώθηκε στους λογαριασμούς των ΔΥ στις 24/12 το απόγευμα! Παράλληλα, η ακρίβεια στη στέγη έχει πάρει εκρηκτικές διαστάσεις με τους/τις εργαζόμενους/ες να μη μπορούν να ανταπεξέλθουν στα πανάκριβα ενοίκια. Οι εκπαιδευτικοί και συνολικά οι εργαζόμενοι/ες, ειδικότερα σε νησιωτικές και τουριστικές περιοχές, αδυνατούν να βρουν σπίτι, κυρίως, λόγω επέκτασης της βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Η Κυβέρνηση της ΝΔ δεν παίρνει κανένα μέτρο κατά της ακρίβειας και της απομείωσης των μισθών των εργαζομένων και συγχρόνως συνεχίζει την αντεργατική και νεοφιλελεύθερη πολιτική της με την καθιέρωση της 6ήμερης εργασίας, της ιδιωτικοποίησης κρίσιμων δομών του κοινωνικού κράτους και της διάλυσης του εθνικού συστήματος υγείας. Ενώ η ακρίβεια καλπάζει, η χώρα έχει κατρακυλήσει στις τελευταίες θέσεις σε αγοραστική δύναμη στο σύνολο των χωρών της Ευρώπης και το 70% των μισθωτών αμείβεται μέχρι 950 ευρώ τον μήνα, η Κυβέρνηση του Κ. Μητσοτάκη ανακοινώνει για το 2025 ψίχουλα αυξήσεων, 12 ευρώ το μήνα από 1η Απριλίου, εντείνοντας τη φτωχοποίηση+ των εργαζομένων!
Οι 10.000 διορισμοί εκπαιδευτικών ήταν μια θετική εξέλιξη αφού η ύπαρξη μόνιμου εκπαιδευτικού προσωπικού αποτελεί βασικό πυρήνα της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Από την άλλη πλευρά ωστόσο ζήσαμε για άλλη μια φορά την προσπάθεια του Υπουργείου Παιδείας να προχωρήσει σε μαζικές συγχωνεύσεις τμημάτων σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης με στόχο να έχουμε λιγότερα και πιο πολυπληθή τμήματα (ακόμη και με 27-28 μαθητές) για να μειωθούν αντίστοιχα και οι ανάγκες σε εκπαιδευτικό προσωπικό! Κυβέρνηση και Υπουργείο Παιδείας -μεθοδευμένα- σχεδιάζουν και υλοποιούν μια πολιτική η οποία περιορίζει ασφυκτικά το δικαίωμα των μαθητριών και μαθητών να πηγαίνουν στο σχολείο στο οποίο υπάγονται και να μην μετακινούνται, ενώ την ίδια ώρα διαμορφώνει μια εξαιρετικά αρνητική πραγματικότητα για τα εργασιακά δικαιώματα πολλών εκπαιδευτικών που πολλές φορές θα πρέπει να μετακινούνται σε 4 ή και 5 σχολεία για την κάλυψη του διδακτικού τους ωραρίου.
Τα επικοινωνιακά παιχνίδια Μητσοτάκη – Πιερρακάκη με την απαγόρευση των κινητών στους/στις μαθητές/τριες και την αυστηροποίηση των ποινών, δεν έλυσαν τα προβλήματα της σχολικής βίας και του εκφοβισμού. Προφανώς χρειάζονται άλλα μέτρα και πολιτικές, όπως η αναμόρφωση του προγράμματος σπουδών με την επαναφορά των κοινωνικών σπουδών και της καλλιτεχνικής παιδείας που ως γνωστόν συμβάλλουν στη διαμόρφωση υγιούς κοινωνικής συνείδησης μέσω της κατανόησης της κοινωνίας και των θεσμών της, της συλλογικότητας, μαζικές προσλήψεις ψυχολόγων, υποστηρικτικών δομών αλλά και άλλων σύγχρονων δράσεων για τη στήριξη των μαθητών.
Τα σοβαρά κενά σε εκπαιδευτικούς που εξακολουθούν να υπάρχουν, οι τεράστιες ελλείψεις σε υλικοτεχνική υποδομή και στην ασφάλεια εκπαιδευτικών και μαθητών/τριών, η υποχρηματοδότηση των σχολείων μέσα και από την κατάργηση των σχολικών επιτροπών, η παντελής απουσία σχεδιασμού αντιμετώπισης των προβλημάτων των σχολικών κτιρίων, η τράπεζα θεμάτων, η ελάχιστη βάση εισαγωγής, και η εφαρμογή ενός προγράμματος σπουδών που απουσιάζουν οι κοινωνικές επιστήμες και η καλλιτεχνική παιδεία λειτουργούν σε βάρος της δημόσιας εκπαίδευσης με τεράστιες συνέπειες στα μορφωτικά δικαιώματα των μαθητών/τριών. Παράλληλα, μετά την ίδρυση μη κρατικών-ιδιωτικών πανεπιστημίων, προωθείται η εφαρμογή του Διεθνούς Απολυτηρίου για ενίσχυση της ιδιωτικοποίησης, τη στιγμή που με την Τράπεζα Θεμάτων και την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής περιορίζεται η πρόσβαση των υποψηφίων στα δημόσια ΑΕΙ, αλλάζοντας πλέον το τοπίο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τέλος, ανακοινώθηκε η ίδρυση 22 Ωνάσειων Εκπαιδευτηρίων, με επίσημη είσοδο των ιδιωτών-χορηγών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, στη λογική της αυτονομίας και της κατηγοριοποίησης, με Διοικητικό Συμβούλιο που θα εποπτεύει τη λειτουργία τους, με επιλεγμένο προσωπικό και με ιδιαίτερες «καινοτόμες δράσεις» μόνο για αυτά!
Μέσα σε ένα τέτοιο δυστοπικό σκηνικό, προχωρά η «αξιολόγηση» της σχολικής μονάδας και των εκπαιδευτικών με τους νόμους 4692/20 και 4823/21, οικοδομώντας ένα σχολείο από το οποίο εξοβελίζονται πλήρως η δημοκρατία και η αξιοκρατία, η συλλογικότητα, η συμμετοχή και η συνεργασία, το παιδαγωγικό πλαίσιο και αρχές, ένα σχολείο διαφορετικών ταχυτήτων, ένα εκπαιδευτικό σύστημα που οξύνει τις μορφωτικές ανισότητες σε βάρος των πιο αδύναμων μαθητών και μαθητριών. Αντιπρότασή του εκπαιδευτικού κινήματος στην ατομική αξιολόγηση αποτελεί το πάγιο αίτημα του κλάδου για καθολική, εισαγωγική, περιοδική και ετήσια επιμόρφωση (20ο &21ο Συνέδριο ΟΛΜΕ), εντός ωραρίου ή με απαλλαγή από τα διδακτικά καθήκοντα, κρίνοντας ότι αποτελεί βασική παράμετρο ουσιαστικής βελτίωσης των εκπαιδευτικών και του παρεχόμενου εκπαιδευτικού έργου.
Η νέα χρονιά βρίσκει τον κόσμο της εκπαίδευσης στον δρόμο της διεκδίκησης και του αγώνα για την πραγμάτωση των δίκαιων αιτημάτων του. Για ένα δημόσιο, δωρεάν, ποιοτικό, συμπεριληπτικό, δημοκρατικό σχολείο για όλα τα παιδιά!
(Από ανακοίνωση των ΣΥΝ.Ε.Κ. για το ξεκίνημα της νέας χρονιάς)