Γράφει ο Θοδωρής Κατσωνόπουλος, αιρετός εκπρόσωπος των εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας
Η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς
Υπάρχουν περίοδοι στην πολιτική ζωή μιας χώρας όπου ορισμένα γεγονότα δεν λειτουργούν απλώς ως ειδήσεις της επικαιρότητας. Συσσωρεύονται, πολλαπλασιάζονται και αρχίζουν να κινούνται σαν χιονοστιβάδα. Αλλάζουν το πολιτικό τοπίο, μετακινούν κοινωνικές αντιλήψεις, διαμορφώνουν νέες κουλτούρες και συχνά αφήνουν πίσω τους ένα βαθύτερο αποτύπωμα στη σχέση της κοινωνίας με την εξουσία.
Στην Ελλάδα των τελευταίων χρόνων, στην Ελλάδα της μεταμνημονιακής εποχής, θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί αν βρισκόμαστε μπροστά σε μια τέτοια χιονοστιβάδα. Η απάντηση ίσως να μην έχει ακόμη διατυπωθεί καθαρά. Αυτό όμως που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί είναι το εμφανές πλέον έλλειμμα εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς.
Η εμπιστοσύνη αυτή δεν χάθηκε ξαφνικά. Δεν εξαφανίστηκε μέσα σε μια νύχτα. Διαβρώθηκε σταδιακά, μέσα από γεγονότα που συσσωρεύτηκαν και δημιούργησαν την αίσθηση ότι το κράτος και οι θεσμοί δεν λειτουργούν πάντα με διαφάνεια, λογοδοσία και ισονομία.
Το δυστύχημα των Τεμπών ή, κατά το ορθότερο, το έγκλημα των Τεμπών, αποτέλεσε ένα καθοριστικό σημείο καμπής. Η τραγωδία δεν προκάλεσε μόνο θλίψη και οργή για την απώλεια δεκάδων ανθρώπων. Είναι απορίας άξιο, πώς, σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα, να συμβεί ένα τέτοιο γεγονός; Και κυρίως, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη όταν αποδεικνύεται ότι το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ένα ανθρώπινο λάθος αλλά μια ολόκληρη αλυσίδα παραλείψεων, καθυστερήσεων και προειδοποιήσεων που αγνοήθηκαν;
Διότι η συλλογική μνήμη δεν είναι τόσο κοντή όσο ίσως κάποιοι πιστεύουν. Δεν ξεχνιέται εύκολα ότι λίγες ημέρες πριν από την τραγωδία, ο αρμόδιος υπουργός απαντούσε με θυμό στη Βουλή ότι είναι ντροπή να τίθενται ζητήματα ασφάλειας των τρένων. Ούτε περνά απαρατήρητο ότι, μετά το δυστύχημα, άλλος υπουργός εμφανίστηκε με εντυπωσιακή κυνικότητα να δηλώνει περίπου πως αν παραδεχόμασταν τα προβλήματα του σιδηροδρόμου, οι πολίτες δεν θα τον επέλεγαν και η εταιρεία θα έχανε πελάτες.
Όταν η ανθρώπινη ασφάλεια υποχωρεί μπροστά στη λογική της αγοράς και της «εικόνας», η εμπιστοσύνη δεν τραυματίζεται απλώς. Ραγίζει.
Και από τότε μέχρι σήμερα, η δημόσια συζήτηση για τους θεσμούς δεν έχει σταματήσει. Υποθέσεις που αφορούν τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, ζητήματα διαφάνειας και πολιτικές επιλογές που προκαλούν έντονες κοινωνικές αντιδράσεις επανέρχονται διαρκώς στο προσκήνιο.
Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Το σκάνδαλο των υποκλοπών, που άγγιξε ακόμη και τον πυρήνα του πολιτικού συστήματος; Την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και τις καταγγελίες για «πάρτι» επιδοτήσεων; Τις αμέτρητες απευθείας αναθέσεις που καταλήγουν, σχεδόν νομοτελειακά, στους ίδιους κύκλους επιχειρηματικών και κομματικών φίλων της εκάστοτε εξουσίας;
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, κάθε νέο περιστατικό αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα. Όχι απαραίτητα επειδή είναι πρωτοφανές, αλλά επειδή προστίθεται σε μια ήδη φορτισμένη ατμόσφαιρα δυσπιστίας.
Κι όμως, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς αποτελεί βασικό συστατικό της δημοκρατίας. Χωρίς αυτήν, ακόμη και οι πιο λογικές πολιτικές αποφάσεις αντιμετωπίζονται με καχυποψία. Οι πολίτες δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους, ότι οι έλεγχοι λειτουργούν πραγματικά και ότι οι ευθύνες αποδίδονται όταν πρέπει.
Η κρίση εμπιστοσύνης βέβαια δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες, η σχέση των πολιτών με την πολιτική εξουσία έχει γίνει πιο εύθραυστη. Η οικονομική κρίση, οι ανισότητες, αλλά και η ταχύτητα με την οποία διακινείται η πληροφορία ή η παραπληροφόρηση μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την πολιτική.
Στην Ελλάδα όμως το πρόβλημα συχνά αποκτά μεγαλύτερη ένταση. Και αυτό γιατί συναντά μια παλιά, σχεδόν ιστορική δυσπιστία απέναντι στο κράτος. Από το πελατειακό σύστημα του 19ου και 20ου αιώνα μέχρι τις σύγχρονες εκδοχές του κομματικού κράτους, πολλοί πολίτες έχουν την αίσθηση ότι το κράτος δεν λειτουργεί πάντα με τους ίδιους κανόνες για όλους.
Μπορεί αυτή η εμπιστοσύνη να αποκατασταθεί εύκολα; Προφανώς όχι. Δεν αρκούν τα μεγάλα λόγια περί «μεταρρυθμίσεων». Χρειάζεται πραγματική διαφάνεια, ουσιαστικός έλεγχος των θεσμών και κυρίως η αίσθηση ότι οι ευθύνες αποδίδονται όταν πρέπει.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη ευθύνη του πολιτικού συστήματος. Γιατί τα τελευταία χρόνια οι επιλογές και οι πρακτικές του δεν έχουν απλώς απογοητεύσει τους πολίτες. Έχουν απομακρύνει πολλούς από την ίδια την πολιτική συμμετοχή.
Η αποχή από τις εκλογές αυξάνεται. Η απαξίωση της πολιτικής γίνεται καθημερινή κουβέντα. Η φράση «όλοι ίδιοι είναι» μετατρέπεται σε βολικό άλλοθι. Και μέσα σε αυτό το κλίμα, η απολιτίκ κουλτούρα, ο ατομισμός και η διάλυση των συλλογικών μορφών δράσης κερδίζουν έδαφος.
Σε μια δημοκρατία όμως οι θεσμοί δεν είναι αφηρημένες έννοιες. Είναι οι κανόνες που θέτουν όρια στην εξουσία και δίνουν στους πολίτες τη δυνατότητα να έχουν λόγο. Όταν αυτοί οι κανόνες αμφισβητούνται ή φαίνεται να λειτουργούν επιλεκτικά, το πρόβλημα δεν αφορά απλώς την πολιτική αντιπαράθεση. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας.
Η πολιτική, άλλωστε, δεν κρίνεται μόνο στις κάλπες. Κρίνεται καθημερινά, στον τρόπο που λειτουργούν οι δημόσιοι θεσμοί, στον τρόπο που το κράτος αντιμετωπίζει τους πολίτες και κυρίως στη διάθεση της εξουσίας να λογοδοτεί.
Το πραγματικό ζητούμενο για τα επόμενα χρόνια είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Γιατί χωρίς εμπιστοσύνη στους θεσμούς καμία κοινωνία δεν μπορεί να προχωρήσει πραγματικά μπροστά.
Το ερώτημα όμως παραμένει ανοιχτό. Θέλει πράγματι η εξουσία μια κοινωνία ενεργών πολιτών; Πολιτών με γνώση και άποψη; Πολιτών που ελέγχουν την εξουσία και δεν περιορίζονται απλώς στον ρόλο του θεατή;
Ή μήπως, τελικά, μια κοινωνία κουρασμένη, απογοητευμένη και απολιτική είναι πολύ πιο βολική;