THE WILD BUNCH (Η ΑΓΡΙΑ ΣΥΜΜΟΡΙΑ) ΤΟΥ SAM PECHINPAH (1925-1984)

Κριτική κινηματογράφου

Γράφει ο Κώστας Βλάχος

Ο Sam Pechinpah ήταν ένας αντισυμβατικός Αμερικανός σκηνοθέτης σε μόνιμη εμπόλεμη κατάσταση με τους παραγωγούς του Χόλυγουντ (και όχι μόνο). Αυθεντική επαναστατική φύση, με ροπή στο ποτό και τα ναρκωτικά, τα έβαλε με όλους και με όλα δημιουργώντας μια σειρά από σπουδαίες ταινίες. Το έργο του δεν εκτιμήθηκε όσο έπρεπε από το αμερικανικό κοινό και τους κριτικούς, αλλά ενθουσίασε του ευρωπαίους θεατές και ιδιαίτερα τους Γάλλους σκηνοθέτες της Nouvelle Vague (Jean Luk Godard, Francois Truffau). Μετά το τέλος των γυρισμάτων της ταινίας του, “Ταξιαρχία των εκδικητών” (Major Dundee, 1965) και στη διάρκεια του μοντάζ, η παραγωγός εταιρεία αποφάσισε να παρέμβει στην τελική διαμόρφωση του φιλμ. Ο Pechinpah αντιστάθηκε με σφοδρότητα διεκδικώντας την αυτοτέλεια του έργου του (χωρίς τελικά να το πετύχει) με αποτέλεσμα να μπει σε καραντίνα από τα στούντιο παραγωγής για τέσσερα περίπου χρόνια.

Το 1969 η εξορία του τελειώνει όταν του αναθέτουν τη σκηνοθεσία της περίφημης ”Άγριας Συμμορίας” (The Wild Bunch), έργο ανατρεπτικό και πολυσήμαντο που θα αποτελέσει το magnum opus
της φιλμογραφίας του.

Η πλοκή διαδραματίζεται το 1913, όταν πλέον οι παράνομοι πιστολέρο, οι ινδιάνοι, οι χρυσοθήρες έχουν ήδη περάσει στην περιοχή του θρύλου. Η άλλοτε άγρια δύση με όχημα τον ιμπεριαλισμό του σιδηρόδρομου μεταβάλλεται ραγδαία.

Μια συμμορία παρανόμων, μετά από μια αποτυχημένη ληστεία, προσπαθεί να ξεφύγει από τους επαγγελματίες διώκτες της, στους οποίους ηγείται ένα πρώην μέλος της. Στην προσπάθεια τους να διαφύγουν θα καταφύγουν στο Μεξικό, όπου θα συνεργαστούν με έναν μέθυσο πολέμαρχο της περιοχής (αντίπαλο του Πάντζο Βίλα) για λογαριασμό του οποίου ληστεύουν όπλα και πυρομαχικά από ένα αμερικανικό τραίνο. Ένας από την συμμορία (Μεξικανός) θα κρατήσει ένα μέρος του οπλισμού και των πυρομαχικών (με σύμφωνη γνώμη των υπολοίπων) προκειμένου να βοηθήσει τους επαναστατημένους συγχωριανούς του. Η ενέργεια αυτή θα πυροδοτήσει μια σειρά από γεγονότα που θα οδηγήσουν ίσως στο πιο αιματηρό φινάλε στην ιστορία του κινηματογράφου.

Οι πρωταγωνιστές δεν έχουν τις γνωστές παραδοσιακές ιδιότητες του ήρωα, αλλά πρόκειται για μια ομάδα άγριων και επικίνδυνων παρανόμων που οι περισσότεροι δεν διανύουν την πρώτη νιότη τους. Το παλιό άγριο γουέστ καταρρέει με γοργούς ρυθμούς και τους αφήνει απέξω μια και είναι πλέον αργά για αυτούς να επιχειρήσουν μια ένταξη στις νέες συνθήκες. Ο νέος κόσμος που δημιουργείται δεν τους εμπεριέχει. Η βία στο εξής θα είναι προνόμιο του οργανωμένου κράτους, το οποίο θα την ασκεί με κανόνες και όρους που θεσπίζονται από το αναδυόμενο κεφάλαιο. Οι παράνομοι της άγριας συμμορίας αισθάνονται πλέον ξεπερασμένοι και αποδεχόμενοι τον επικείμενο αφανισμό τους πραγματοποιούν ηρωική έξοδο από την σκηνή. Ένας θάνατος από επιλογή σε ένα ποίημα βίας και αισθητικής αρτιότητας.

Ο Peckinpah στήνει ένα αντι-γουέστερν ανατρέποντας τα παραδοσιακά κλισέ, όπως αυτά διαμορφώθηκαν από μια σειρά σκηνοθετών του Χόλυγουντ (Howard Hawks, Henry Hathaway, Henry King, Michael Curtis και άλλοι) και κυρίως από τον πολύ σπουδαίο John Ford στον οποίο οφείλεται η μυθοποιητική διάσταση του γουέστερν (χρειαζόταν ένας μύθος για να διαμορφωθεί μια καινούργια κοινότητα ανθρώπων που προέρχονταν από διαφορετικές χώρες και διαφορετικούς πολιτισμούς). Ο Peckinpah, με ένα ατάραχο κυνισμό, καταλύει τον μύθο και μαζί τον ρομαντισμό των γουέστερν με τα οποία ανατράφηκαν χιλιάδες Αμερικανοί (και όχι μόνο).

Ο σκηνοθέτης επιχειρεί και πετυχαίνει μια αιματοβαμμένη ρεαλιστική απεικόνιση της βίας, στοιχείο χαρακτηριστικό για τους αδίστακτους παράνομους της άγριας δύσης, που παρά τις αντιθέσεις τους είναι δεμένοι με έναν αξιακό κώδικα που τοποθετεί στο υψηλότερο σημείο την ανδρική φιλία και που σπάνια παραβιάζουν (“Όταν συντάσσεσαι με κάποιον, μένεις μαζί του μέχρι το τέλος. Αλλιώς δεν διαφέρεις από τα ζώα”, ξεστομίζει ο αρχηγός της συμμορίας προςτους άνδρες του). Η βίαιη πραγματικότητα παρουσιάζεται ανάγλυφα χωρίς ίχνος ωραιοποίησης σε μια αξέχαστη χορογραφία θανάτου σε αργή κίνηση. Πρόκειται για ελεγειακό γουέστερν, αναφορά στο τέλος μιας εποχής όπου η βία λειτουργεί ως κάθαρση.

Το σενάριο της ταινίας γράφτηκε από τον Sam Pechinpah και τον Walon Green. Το επικό βραβευμένο μουσικό θέμα φτιάχτηκε από τον Jerry Fielding, διάσημο συνθέτη της jazz που κυνηγήθηκε άγρια από την Μακαρθική Αμερική. Οι William Holden, Ernest Borgnine, Robert Ryan, Ben Johnson, Edmond O’Brien, Warren Oates, Bo Hopkins, Emilio Fernandez στολίζουν το cast της ταινίας χτίζοντας με θαυμαστή δεξιοτεχνία μερικά από τα αρχετυπικά πρότυπα της άγριας δύσης

Comments

No comments yet. Why don’t you start the discussion?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *