Στη στήλη “ΒΗΜΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ” της εφημερίδας μας
Ειρήνη!
Μιλώντας για ειρήνη, ο νους όλων, ή σχεδόν όλων, προσανατολίζεται στους τρόπους αποτροπής του πολέμου, του αναίτιου αιματοκυλίσματος που μόνο τροφή σάρκας προσφέρει με απλοχεριά στις πολεμικές μηχανές. Και, αναπότρεπτα, πολλές φορές η σκέψη αυτή συνδέεται με τη γνωστή ρήση ότι «ο καλύτερος τρόπος για τη διατήρηση της ειρήνης είναι η προετοιμασία για πόλεμο». Αν όμως έτσι τραβήξουμε τον δρόμο της ζωής μας, τότε είμαι βέβαιος ότι θα καταλήξουμε όπως γράφει ο ποιητής Μανώλης Αναγνωστάκης στο ποίημα «Επιτύμβιον»:
Πέθανες – κι έγινες και συ: ο καλός.
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα έξι στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,
εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.
Ως μαθητές στο σχολείο διδαχτήκαμε –και λίγο έλειψε να το πιστέψουμε– για την «ειρήνη» που επιβάλλουν οι εκάστοτε ισχυροί στους ανίσχυρους. Μάθαμε πρώτα για την Αθηναϊκή Συμμαχία που μεταμορφώθηκε σε ηγεμονία και τιμώρησε παραδειγματικά του Μηλίους που ήθελαν να παραμείνουν ανεξάρτητοι. Ακολούθησε η σφαγιαστική Pax Romana και αργότερα ήρθε η σειρά της Μεσογείου, που έγινε η «ειρηνική λίμνη» της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ακούσαμε τις αφηγήσεις των παππούδων και των γονιών μας για τους πολέμους του 20ου αιώνα, που συγκλόνισαν τον πλανήτη και την ανθρωποσφαγή που έπληξε κυρίως τη Γηραιά Ήπειρο· που αντί να μεταμορφωθεί σε μια συμπαγή δύναμη ειρήνης, χωρίστηκε σε δυο αντίπαλα πολεμοχαρή στρατόπεδα.
Και από τη μέρα που αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε τον εαυτό μας, ζούμε την τρομοκρατική Pax Americana, το εφιαλτικό όνειρο της κατ’ επίφαση ειρηνοποιού δημοκρατίας, όπου όποιος δεν συμμορφώνεται και δεν υποτάσσεται, ή υποδουλώνεται ή ισοπεδώνεται.
Είναι αυτή η σκληρή και αναντίρρητη αλήθεια, η οδυνηρή πραγματικότητα, όπως κυριολεκτικά αποτυπώνεται στο ποίημα «Ειρήνη» της Χρύσας Μαστοροδήμου:
Ειρήνη,
το πνεύμα σου μένει ζωντανό
το σώμα σου:
στην Παλαιστίνη σκοτώνεται
στην Αμερική ανατινάζεται
στο σταθμό του Παρισιού ψυχορραγεί.
Είναι, βέβαια, γεγονός ότι ο πόλεμος έχει πλέον κατά το πλείστο μεταλλαχθεί και η ισχύς των όπλων είναι η έσχατη τρομοκρατική λύση, καθώς είναι προφανές ότι η ισχύς του χρήματος, η παντοκρατορία των «αγορών», μπορεί να καταφέρει πολύ βαρύτερο πλήγμα στην ελευθερία των ανθρώπων και στην ειρηνική τους συμβίωση.
Απομένει, λοιπόν, ένα μόνο ερώτημα στο οποίο οφείλουμε να απαντήσουμε: Θα επιλέξουμε να παραμείνουμε απαθείς θεατές της ζωής μας βλέποντάς την ως δελτίο ειδήσεων ή θα αποφασίσουμε να αγωνιστούμε με όλες μας τις δυνάμεις για την επικράτηση της ειρήνης; Αν επιλέξουμε τη δύσβατη διαδρομή, την ανηφορική οδό της αξιοπρέπειας, καλό θα είναι να γνωρίζουμε ότι πρόκειται για μονόδρομο, όπως μέσα σε λίγες λέξεις τον οριοθετεί ο Τάσος Λειβαδίτης στο ποίημα «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος»:
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ’ τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Είναι ξεκάθαρο ότι ο αγώνας για την ειρήνη δίνεται κάθε λεπτό και με κάθε μέσο και με κάθε θυσία – και είναι αγώνας ανειρήνευτος.
Η ειρήνη, όμως, δεν είναι μια έννοια αφηρημένη. Δεν είναι μια συνθήκη αταραξίας ή απραξίας. Δεν είναι η απουσία εμφανών πολεμικών συρράξεων, ώστε να κοιμόμαστε ήσυχοι και να διάγουμε τον βίο μας με το ρητορικό «όλα καλά», όταν τίποτα δεν πηγαίνει καλά.
Η ειρήνη είναι καθημερινή πρακτική, ανυποχώρητη μάχη για την επικράτηση της ισότητας και της δικαιοσύνης σε όλο τον πλανήτη. Όσο έστω και ένας μόνο άνθρωπος στερείται την ελευθερία του, έστω και ένας μόνο άνθρωπος στερείται τα προς το ζην, έστω ένα και μόνο παιδί δεν μορφώνεται, το όραμα της ειρήνης δεν έχει πραγματωθεί.
Για να επουλωθούν οι πληγές του κάθε λογής πολέμου και να απολαύσουμε το πανανθρώπινο ιδανικό της ειρήνης είναι μακρύς ο δρόμος. Για να φτάσουμε εκεί που τόσο χαρακτηριστικά σκιαγραφεί ο Γιάνης Ρίτσος στο ποίημα «Ειρήνη»:
Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου […]
κι οι νεκροί μπορούν να γείρουν στον πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.
Για να μάθουμε να ζούμε ο ένας για τον άλλον, για να θάψουμε μια για πάντα το φάντασμα του πολέμου, για να εξαφανιστεί από προσώπου γης το αίσθημα του φόβου και της βαρβαρότητας, για να αλλάξουμε οριστικά τη δύσμορφη πραγματικότητα και να φτάσουμε να αγγίξουμε το όνειρο:
Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθιές αυλακιές σ’ όλη τη γης,
ένα όνομα μονάχα γράφουν: Ειρήνη.
Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.
Η ειρήνη είναι ταυτόσημη με την ομορφιά της φύσης· αν όχι η ίδια η φύση, που αποδέχεται με στωικότητα τον θάνατο του χειμώνα, για να προετοιμάσει την ανάσταση και να ανθοφορήσει πάλι την άνοιξη. Αν ο άνθρωπος δεν είναι εναρμονισμένος με το φυσικό του περιβάλλον, πώς αλλιώς θα μπορέσει να διασφαλίσει την ειρήνη μέσα του, για να πετύχει και την ειρηνική συνύπαρξη με τους άλλους γύρω του;
Η ειρήνη είναι πόθος· και όπως συμβαίνει με κάθε μας πόθο, υπάρχει πάντα πιθανότητα να παραμείνει ανεκπλήρωτος. Όμως όταν αφιερώνουμε τη ζωή μας σε ένα πανανθρώπινο ιδανικό, έχουμε αποκηρύξει το εγώ μας και έχουμε ενταχθεί στο εμείς, αγωνιζόμαστε όχι αποκλειστικά για το παρόν, αλλά κυρίως για ένα ευοίωνο μέλλον. Μας ενδιαφέρει όχι να κληρονομήσουμε, αλλά να κληροδοτήσουμε. Ξέρουμε εκ των προτέρων ότι το πιθανότερο είναι όταν το όραμα εκπληρωθεί, μάλλον να μην είμαστε παρόντες ως φυσική διάσταση για να δρέψουμε τους καρπούς των κόπων μας. Όμως ο ποιητής μπορεί πάντα να οραματίζεται και να βρίσκει τρόπους να είναι ωσεί παρών στο πανηγύρι της ειρήνης, όπως γράφει ο Νικηφόρος Βρεττάκος στο ποίημα «Πόθος και φαντασία»:
Όταν θα ’ρθει ο ύπνος – αν όχι να βλέπω
αυτόν τον ωραίο ουρανό που περνά
τόσο αγέρινος πάνω μου, να μου αφήσεις
τουλάχιστο το ένα μου χέρι ξεσκέπαστο,
έξω, με μια μαργαρίτα στα δάχτυλα.
Διαβαίνοντας με όλη την ακολουθία της
αύριο να σκύψει και να
την κόψει η Ειρήνη.
Υπάρχει πάντα χρόνος να αναρωτηθούμε: Ως άνθρωποι, μέσα από όλους τους ρόλους της καθημερινής μας ζωής, πόσες φορές και πόσο έχουμε ποτίσει το δέντρο της ειρήνης; Πόσο έχουμε έμπρακτα στηρίξει τις ενέργειες που οδηγούν στην εξάπλωση και την επικράτηση της ειρήνης; Πόσο στην επόμενη από μας γενιά έχουμε μεταλαμπαδεύσει την αξία αυτού του πανανθρώπινου ιδανικού;
Το χτίσιμο ενός ειρηνικού πλανήτη είναι υπόθεση όλων μας και του καθενός μας ξεχωριστά. Είναι κοινό χρέος και κοινή ευθύνη που βαρύνει όλους μας. Ας δώσουμε τα χέρια και με πράξεις ας υποσχεθούμε ότι με πράξεις θα εργαζόμαστε καθημερινά για το πανανθρώπινο όραμα της επί γης ειρήνης.
Δημήτρης Φιλελές
* Στη φωτογραφία (διά χειρός του γράφοντος) απεικονίζεται το ζωγραφικό έργο της Ελένης Ατζέμη (Έκθεση ζωγραφικής ενηλίκων, Δήμος Νέας Ιωνίας, Παναιτώλιο, 3-14 Ιουλίου 2024).