Η αμφισβήτηση της μονιμότητας στο Δημόσιο ως πολιτικό και κοινωνικό ορόσημο

Γράφει ο Κατσωνόπουλος Θοδωρής, αιρετός εκπρόσωπος των εκπαιδευτικών στο Κεντρικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης

Η συζήτηση που άνοιξε για την αναθεώρηση του Συντάγματος και την άρση ή τον περιορισμό της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που είχε κλείσει ιστορικά πριν από περισσότερο από έναν αιώνα.

Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων θεσμοθετήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, επί Ελευθερίου Βενιζέλου, ως θεμελιώδης εγγύηση της ανεξαρτησίας της δημόσιας διοίκησης από πολιτικές παρεμβάσεις, κομματικές πιέσεις και πελατειακές σχέσεις. Δεν ήταν προνόμιο, αλλά θεσμικό αντίβαρο στην αυθαιρεσία της εκάστοτε εξουσίας και προϋπόθεση για μια στοιχειωδώς ουδέτερη, επαγγελματική και αξιόπιστη δημόσια υπηρεσία προς τον πολίτη. Η μονιμότητα κατοχυρώθηκε ακριβώς για να μπορεί ο δημόσιος υπάλληλος να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον χωρίς τον φόβο της απόλυσης, της μετάθεσης ως τιμωρίας ή της πολιτικής δίωξης.

Η σημερινή αμφισβήτηση αυτού του ιστορικού κεκτημένου, μετά από πάνω από 100 χρόνια, δεν γίνεται σε κοινωνικό κενό. Έρχεται σε μια περίοδο γενικευμένης επισφάλειας, όπου η εργασία απορρυθμίζεται, οι ελαστικές σχέσεις κυριαρχούν και η ανασφάλεια παρουσιάζεται ως «κανονικότητα». Στο πλαίσιο αυτό, η μονιμότητα εμφανίζεται επικοινωνιακά ως «αναχρονισμός» ή ως εμπόδιο στην αποτελεσματικότητα, αποσιωπώντας ότι το πραγματικό πρόβλημα του Δημοσίου δεν είναι η εργασιακή προστασία των υπαλλήλων, αλλά η χρόνια υποχρηματοδότηση, η κομματικοποίηση των επιλογών διοίκησης και η απουσία σοβαρού σχεδιασμού για τον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών.

Παράλληλα, η διαρκής ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η φτωχοποίηση μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων και η επίμονη άρνηση επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού διαμορφώνουν ένα περιβάλλον οικονομικής πίεσης για όλους τους εργαζόμενους στο Δημόσιο. Η αποδυνάμωση των θεσμικών εγγυήσεων εργασιακής ασφάλειας σε αυτό το πλαίσιο δεν προμηνύει «μεταρρύθμιση», αλλά εμβάθυνση της ανασφάλειας και περαιτέρω αποδόμηση του κοινωνικού κράτους.

Η Παιδεία σε πίεση: το «βαθύ κράτος» ως άλλοθι

Οι πρόσφατες δηλώσεις του Πρωθυπουργού για «μεγάλες τομές» στο Δημόσιο, για αναθεώρηση της μονιμότητας, για την αξιολόγηση ως «κινητήρια δύναμη» της διοίκησης και για την άρση του «μονοπωλίου» στη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση δεν συνιστούν κάποια ριζική καινοτομία. Εντάσσονται σε μια μακρόχρονη στρατηγική απαξίωσης του δημόσιου σχολείου και στοχοποίησης των εργαζομένων, με στόχο τη σταδιακή μετατόπιση προς ιδιωτικοποιήσεις, ελαστικές εργασιακές σχέσεις και αποδυνάμωση θεμελιωμένων δικαιωμάτων.

Αν η κυβέρνηση ήθελε πράγματι να συγκρουστεί με τις παθογένειες του κράτους, θα ξεκινούσε από τα αυτονόητα: η Ελλάδα παραμένει στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ ως προς τη δημόσια δαπάνη για την Παιδεία· κάθε Σεπτέμβρη τα σχολεία ανοίγουν με χιλιάδες κενά που καλύπτονται αποσπασματικά, συχνά μήνες μετά· οι υποδομές σε πολλές περιοχές βρίσκονται σε οριακή κατάσταση. Αυτά δεν είναι «βαθύ κράτος». Είναι βαθιά υποχρηματοδότηση και πολιτική επιλογή απαξίωσης του δημόσιου σχολείου.

Η λεγόμενη «αξιολόγηση» παρουσιάζεται ως πανάκεια, όμως συνοδεύεται από πειθαρχικές πιέσεις και κλίμα φόβου, αντί για ουσιαστική παιδαγωγική στήριξη. Σε αυτό το πλαίσιο, η αμφισβήτηση της μονιμότητας δεν στοχεύει στην ποιότητα, αλλά στη διαμόρφωση εκπαιδευτικών αναλώσιμων και σιωπηλών, λιγότερο πρόθυμων να αναδείξουν ελλείψεις και ανισότητες.

Την ίδια στιγμή, η προώθηση των ιδιωτικών πανεπιστημίων μετατοπίζει πόρους και κύρος μακριά από τα δημόσια ΑΕΙ που ήδη ασφυκτιούν. Οι πραγματικές «μεγάλες τομές» θα ήταν άλλες: ουσιαστική αύξηση της χρηματοδότησης της Παιδείας, κάλυψη όλων των κενών από την αρχή της χρονιάς, βελτίωση υποδομών, στήριξη και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Τομές που ενισχύουν το δημόσιο σχολείο και όχι «τομές» που το αποδυναμώνουν.

Comments

No comments yet. Why don’t you start the discussion?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *