Γράφει ο Θεόφιλος Μουστάκας – Βρεττός*
Η δημόσια αρχαιολογία ως εθνική επιστήμη και οι πρακτικές της, είχαν αποφασιστικό ρόλο στην ιεροποίηση και την ένταξη της κλασσικής αρχαιότητας στην εθνική αφήγηση. Στη δημιουργία δηλαδή ενός εξιδανικευμένου παρελθόντος και πολιτισμού, του οποίου οι σημερινοί νεοέλληνες, ως κάτοικοι του ίδιου γεωγραφικού ελληνικού χώρου, αποτελούν κληρονόμους. Αυτός ο αρχαιοκεντρικός προσανατολισμός και η υπενθύμιση της συνέχειας των Ελλήνων δεν εκδηλώνεται μόνο σε κεντρικό επίπεδο αλλά και τοπικά.
Στο Αιγάλεω το κυριότερο τοπόσημό του είναι το Μπαρουτάδικο, η ίδρυση του οποίου αποτέλεσε αφορμή για τη δημιουργία του πρώτου οικισμού εργατών. Ο πληθυσμός του αυξάνεται κατακόρυφα με τον ερχομό των προσφύγων. Ως τις μέρες μας, η ιστορία της προσφυγικής κοινότητας κατασκευάζει μία από τις κυρίαρχες ταυτότητες της πόλης. Αυτό πιστοποιείται από το Μουσείο Μικρασιατικού Πολιτισμού, αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του Συλλόγου Μικρασιατών Αιγάλεω «Νέες Κυδωνίες» και του Δήμου.
Ωστόσο και η Ιερά Οδός, που σήμερα αποτελεί μία από τις βασικές οδικές του αρτηρίες του Αιγάλεω και ένωνε στην αρχαία Ελλάδα τον Κεραμεικό με την Ελευσίνα, θεωρείται ως σημαντική παρακαταθήκη της πόλης. Έχει συνδέσει το όνομά της με την τέλεση των Ελευσίνιων μυστηρίων. Σε ολόκληρο το μήκος του δρόμου βρίσκονταν σημαντικά ταφικά μνημεία και μικρά ιερά.
Είναι αλήθεια ότι, ενώ τα παραπάνω ήταν γνωστά στους τοπικούς φορείς και στους κατοίκους, λιγοστές ήταν οι πρωτοβουλίες για την ανάδειξη του δρόμου, ο οποίος στο μεγαλύτερο μέρος του μέχρι το Αιγάλεω, βρίσκεται σε βιομηχανική ζώνη. Οι εργασίες, όμως, για τη δημιουργία του Μετρό είχαν ως αποτέλεσμα την ανακάλυψη νέων αρχαιολογικών ευρημάτων. Αυτές έδωσαν τη δυνατότητα στην πόλη να στραφεί στο αρχαίο της παρελθόν, για το οποίο υπήρχαν μέχρι τότε ελάχιστα ορατά αποτυπώματα στα όριά της, αλλά διαφαινόταν στο αρχαιοελληνικό της όνομα.
Αυτό το ενδιαφέρον εκδηλώθηκε με τη δημιουργία αρχαιολογικού χώρου μπροστά στην είσοδο του Μετρό που περιλαμβάνει τμήμα της αρχαίας Ιεράς Οδού, καθώς και υπολείμματα αρχαίου νεκροταφείου. Είναι μάλιστα ορατός, διατηρητέος και επισκέψιμος χωρίς αντίτιμο για το κοινό. Στους σταθμούς του Ελαιώνα και του Αιγάλεω, που βρίσκονται ακριβώς κάτω από την Ιερά οδό, φιλοξενούνται εκθέσεις με αρχαία αντικείμενα που βρέθηκαν στις ανασκαφές, εν είδει μικρού Αρχαιολογικού Μουσείου.
Οι αρχαιολόγοι, με την πρόθεση να παροτρύνουν το κοινό να επισκεφτεί τα αρχαιολογικά μνημεία, υποστηρίζουν ότι δίνεται η ευκαιρία στους σύγχρονους κατοίκους της πόλης να περπατήσουν υπογείως την Ιερά Οδό. Οι πολίτες αποκτούν «βιωματική» σχέση με το παρελθόν, λειτουργούν επιτελεστικά και ενισχύουν το αφήγημα της αδιάσπαστης συνέχειας με το παρόν. Στην ανάδειξη της αρχαίας ιστορίας της περιοχής προστίθενται πρωτοβουλίες για την αξιοποίηση της αρχαίας πολιτιστικής κληρονομιάς και τη λειτουργία της πόλης ως τουριστικού αξιοθέατου.
Αν όλα αυτά συνδυαστούν με πληροφορίες από την ιστοσελίδα του Δήμου, όπου αξιολογικά κατατάσσεται ως τμήμα της ταυτότητας της περιοχής, «ο Αττικός Ελαιώνας, ως γνωστός τόπος συνάντησης και συζήτησης του Σωκράτη και του Πλάτωνα», τότε θα διαπιστώσουμε ότι το ενδιαφέρον για την αρχαία ελληνική πολιτιστική κληρονομιά, είναι μέρος μίας στοχευμένης απόπειρας να τονιστεί το αρχαιοελληνικό παρελθόν της περιοχής.
Συμπυκνώνοντας όλα τα παραπάνω, με το παρόν άρθρο ισχυρίζομαι πως τα νέα αρχαιολογικά ευρήματα και ο καινούριος συγκοινωνιακός χάρτης, που φέρνει το Αιγάλεω ακόμα πιο κοντά στο ιστορικό κέντρο της πρωτεύουσας, επανακαθορίζουν το πλαίσιο της μνήμης και τις προσλήψεις του παρελθόντος. Με αυτό τον τρόπο αναδεικνύεται η αρχαιότητα ως ένα ακόμη συστατικό της ταυτότητας της περιοχής, επιβεβαιώνοντας τη σημαντική θέση που έχει το συγκεκριμένο παρελθόν στο εθνικό φαντασιακό.
* Δάσκαλος, M.Sc στη Δημόσια ιστορία