Άρθρο στο φύλλο 476 της εφημερίδας ΑΙΓΑΛΕΩ
Το ένα μου μάτι είδε όσα οι άλλοι αγνόησαν
Εφτά χρόνια πριν, μια ζωή ολόκληρη μού φαίνεται και ίσως να είναι.. Κάποτε ήμουν μωρό και περιφερόμουν στο δρόμο, τις γειτονιές και δεν ήμουν κάτι το ιδιαίτερο για να με προσέξουν, ένα γκρι τιγρέ μονόφθαλμο γατί με μεγάλο κεφάλι και ολίγον ξυνή μουρίτσα. Μία με είδε όμως κι έσκυψε, την άφησα να με πάρει μαζί της, πες το ένστικτο, κάτι μύρισα πάνω της, λύπη; συμπάθεια; νοιάξιμο; Με πήγε στο γιατρό, μού φρόντισε το μάτι και τής είπε να μη βγω στο δρόμο μέχρι να στειρωθώ. Δεν ήμουν και στα καλύτερά μου. Από εκείνη τη μέρα την άκουγα να μού μιλάει ακατάπαυστα. Στους μονολόγους της υπήρχε κάτι… πώς το λέτε; Απόγνωση; «Πού να σε πάω; Δεν μπορώ να σε αφήσω στο δρόμο… Στο σπίτι έχω θέμα, δε γίνεται… Τι θα κάνω;»
Αυτό συνεχίστηκε πολλές μέρες κι εγώ την ακολουθούσα παντού, στο σπίτι της για λίγο σε έναν περιορισμένο χώρο, όταν έφευγε, στο αυτοκίνητο, μετά στη δουλειά της και πάλι από την αρχή και πάντα άκουγα τον ίδιο μονόλογο «πρέπει να βρω χώρο, υπάρχουν κι άλλα σαν εσένα, Αγγέλα..» Αγγέλα, ωραίο όνομα μού έδωσε, βαρύ, έγινα ο αγγελιαφόρος όλων των πλασμάτων που μού έμοιαζαν, δεν το έκανε για αυτό το λόγο αλλά ήταν προφητικό..
Και βρήκε χώρο και τον πλήρωνε κάθε μήνα κι εγκαταστάθηκα κάπου και δεν έμεινα μόνη μου για πολύ. Την έβλεπα κάθε μέρα, ήρθε η ώρα να στειρωθώ, όλα πήγαν καλά, την άκουγα να μιλά στο τηλέφωνο με αγωνία «Πού το βρήκατε; Το πήγατε στο γιατρό; Τι σας είπε; Θέλει φροντίδα, ε; Δεν μπορείτε; Γιατί δουλεύετε; Δώστε μου μια διεύθυνση, έρχομαι!» Μέχρι να πάει εκεί, είχα αποκτήσει άλλους δύο συγκάτοικους. Την άκουσα να λέει ότι νιαουρίζει ο πλανήτης ολόκληρος. «Δεν μπορώ μόνη μου, πού να πρωτοπάω; Τι θα γίνει με αυτά τα πλάσματα; Κάπως πρέπει να βοηθηθούν. Τι θα κάνω;» Περνάμε κι εμείς οι γάτες πολλά δεινά αλλά μού κάνει εντύπωση πόση απόγνωση μυρίζουν κάποια δίποδα. Σε λίγο καιρό είδε το ένα καλό μου μάτι άλλες δύο κυρίες να έρχονται πολύ συχνά και όχι μόνες τους. Απέκτησα κι άλλους φίλους πολλούς σιγά-σιγά, που δεν ήταν κι αυτοί στα πολύ καλά τους, ένα πόδι μείον, μύξες πολλές, ακίνητα πλάσματα σκελετωμένα και κάποια άλλα πανέμορφα που τα ζήλευα, βέβαια, γιατί έρχονταν κάτι άνθρωποι και τα γνώριζαν κι έλεγαν ότι τα θέλουν, ‘υιοθεσία’ άκουσα ότι το έλεγαν. Ωραίο ακουγόταν, πολύ ωραίο, μετά κατάλαβα ότι ήταν το καλύτερο που θα μπορούσε να συμβεί σε εμένα και στους φίλους μου.
Άλλες δυο κυρίες εμφανίστηκαν με τετράποδη παρέα κι αυτές. Δεν έρχονταν όλες μαζί, δεν μπορούσαν γιατί δούλευαν. Άλλη μέρα η καθεμιά τους αλλά όλες παιδευόντουσαν να μάθουν τα σωστά να μάς φροντίζουν και κάποια από εμάς πηγαινοέρχονταν στο γιατρό και η απόγνωση ξανάρθε στην ατμόσφαιρα «Πώς θα πληρώσουμε τόσα ιατρικά έξοδα; Πρόγραμμα του Δήμου δεν τρέχει..» Πρώτη φορά άκουσα αυτή τη λέξη, ‘Δήμος’.
Τα χρόνια πέρασαν και ζήσαμε πολλά εδώ μέσα, άλλα καλά και χαρούμενα κι ελπιδοφόρα κι άλλα έφερναν δάκρυα στις ‘μαμάδες’ μας, έτσι τις είπαμε γιατί έτσι μάς φέρονταν. Κάθε μέρα, όλα αυτά τα χρόνια, έμπαιναν στο Γατόσπιτό μας μέλη της γατο-φυλής μας σε κακή κατάσταση, βρώμικα, μαζεμένα από τα σκουπίδια, χτυπημένα από αυτοκίνητα κι άρχιζε το πέρα-δώθε στο γιατρό και τα χειρουργεία και οι θεραπείες και κάποιοι φίλοι τα κατάφεραν κι άλλα τα είδαμε να ‘σβήνουν’ αλλά όχι μόνα τους, όχι αβοήθητα. Οι μαμάδες λένε ότι τούς αξίζει ένα αξιοπρεπές φευγιό, ότι αξίζουν αγάπη και φροντίδα μέχρι το τέλος κι ας ραγίζουν κάθε φορά που αποχαιρετούν κάποιον από τους φίλους μας για πάντα.
Και πηγαινοέρχονταν άγνωστες φάτσες δίποδων που έλεγαν ότι δεν είχαν πού να τα πάνε και χρειάζονταν χώρο για λίγο καιρό μέχρι να τελειώσει η θεραπεία κι οι μαμάδες μας τούς δέχονταν κι αναλάμβαναν τη φροντίδα και αυτών. Και δεν έβγαζαν φωτογραφίες και δεν το έλεγαν σε κανέναν τι κάνουν, θεωρούσαν ότι ηθικά ήθελαν κι έπρεπε να το κάνουν και το ήξεραν μόνο αυτές τι έκαναν και κάποιοι από τις άγνωστες φάτσες ξαναγύρναγαν, άλλοι όμως όχι. Παρατούσαν τα ζώα που είχαν φέρει κι οι μαμάδες μας έτρεχαν και δεν έφταναν.. Ακόμη τρέχουν κι είμαστε πια πολλά, πάρα πολλά κι οι μαμάδες δεν αυξήθηκαν, είναι ακόμη οι σταθερές καθημερινές 2-3, όχι παραπάνω. Κι από ό,τι ακούω, ζητούν βοήθεια συνέχεια αλλά δεν αποκρίνεται κανείς. Έχουν ανθρώπους που τους βοηθούν ευκαιριακά με τροφές, πλυσίματα των λερωμένων στρωσιδιών μας, στα μπαζάρ που κάνουν για τα ιατρικά μας έξοδα, με αναρτήσεις στα social για να μάς γνωρίσουν κι άλλοι αλλά… οι σταθερές παραμένουν 2-3.
Ούτε ο Δήμος, αυτή η λέξη που μού είχε κάνει τόση εντύπωση, είναι ουσιαστικά ‘παρών’. Κάποια προγράμματα στειρώσεων και ιατρικής περίθαλψης — όταν και αν προβλέπονται. Όχι όλο τον χρόνο. Και μετά; Μετά τι; Πού θα μείνουμε; Τα τρίποδα; Τα τυφλά; Τα ασθενικά με ανίατες αρρώστειες; Εγώ που θα ήμουν αν δεν ήμουν εδώ; Άλλο ένα πατημένο από αυτοκίνητο, άλλο ένα φολιασμένο; Κι ακούω τις μαμάδες να το συζητάνε συνέχεια αυτό και να φέρνουν εδώ κι άλλους φίλους μέχρι ο ‘Δήμος’ να φτιάξει το χώρο που έταξε αλλά ο χώρος δε φτιάχνεται γιατί οι γάτες, λέει, μπορούν να ζήσουν στο ‘φυσικό τους περιβάλλον’, στο δρόμο δηλαδή. Μα εγώ θα ελπίζω γιατί βρέθηκαν οι μαμάδες και κάποιοι μπαμπάδες άρα γιατί να μην αλλάξει στάση και ο κύριος ‘Δήμος’, ε;
Αν έμαθα κάτι από τους ανθρώπους που συναναστρέφομαι είναι η ελπίδα και η ανιδιοτέλεια. Ελπίδα πως ο κύριος ‘Δήμος’ θα αναλάβει την ευθύνη του, το βάρος δηλαδή που είναι στην πλάτη των μαμάδων/μπαμπάδων μας προς το παρόν και ανιδιοτέλεια γιατί… ξέρω πως εγώ δεν είμαι ‘υιοθετήσιμο υλικό’ και ίσως να μη δω ποτέ ένα δικό μου σπίτι. Αν το βρουν οι φίλοι μου, άξιζε. Για αυτό, σάς παρουσιάζω κάποια από τα φιλαράκια μου με την ελπίδα ότι θα το σκεφτείτε πολύ σοβαρά να δώσετε ένα υγιές μόνιμο σπίτι να τα καλοδεχτεί και υπεύθυνα και με νόμιμες διαδικασίες θα τα υιοθετήσετε ώστε να έχουν μια οικογένεια κατάδική τους για πάντα. Δεν έχουμε μεγαλύτερο όνειρο από το να σας χαρίσουμε με λατρεία και γέλιο άφθονο όσα χρόνια μάς έχει γράψει η φύση (μην ξεχνάτε πώς είμαστε αδέσποτα και πολλά νοσήματα μπορεί να είναι καλά κρυμμένα στο κορμάκι μας), αν μας χαρίσετε αγάπη και αφοσίωση κι εσείς.