Στο φύλλο 476 της εφημερίδας ΑΙΓΑΛΕΩ
Γράφει ο Κώστας Βλάχος
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ
Τον κινηματογράφο, παρά το γεγονός oτι γεννήθηκε βωβός, τον συνόδευε η μουσική από τα πρώτα του βήματα. Η προβολή των βωβών ταινιών σπάνια γινόταν χωρίς τη συνοδεία ενός πιάνου η μιάς μικρής ορχήστρας ενώ μερικές φορές υπήρχε και ένας αφηγητής να σχολιάζει τα δρώμενα επί της οθόνης (αργότερα επικράτησε να μπαίνουν κάποιες ετικέτες με λεκτικές επεξηγήσεις όπου η εικόνα δεν ήταν ικανή να εκφράσει πλήρως τα διαδραματιζόμενα).
Η μουσική κρατούσε προσηλωμένο τον θεατή, έδινε επιπλέον συναίσθημα στις σκηνές και επίσης κάλυπτε τον ήχο του προβολέα που με την τεχνολογία της εποχής έκανε αρκετό θόρυβο.
Η ιδέα του ήχου υπήρχε από την αρχή αλλά οι αντικειμενικές δυσκολίες που συνίσταντο στον συγχρονισμό ήχου και εικόνας, ελέγχου της έντασης και κακής ποιότητας του ήχου, υπερκεράστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Το 1927 προβλήθηκε το έργο The Jazz Singer με ήχους, μουσική και διαλόγους οπότε η μουσική έγινε αναπόσπαστο μέρος της ταινίας ηχογραφημένη και συγχρονισμένη με την εικόνα.
Το γεγονός ήταν κολοσσιαίας σημασίας για την εξέλιξη της νέας τέχνης. Γενικά δημιουργήθηκε ένα χάος αλλά σύντομα η τάξη αποκαστάθηκε καθώς όλοι υποχρεώθηκαν να λειτουργήσουν με τους νέους κανόνες που έθετε ο ήχος.
Η μουσική μπαίνει στην εικόνα με πολλούς τρόπους. Ο συνθέτης γνωρίζει το σενάριο και με βάση το περιεχόμενο συνθέτει μια μουσική ή αυτή γράφεται κατά την διάρκεια των γυρισμάτων όπου ο συνθέτης βλέπει το προϊόν των γυρισμάτων της κάθε μέρας και προσαρμόζει ανάλογα τη μουσική του σύνθεση ή τέλος, γράφει τη μουσική της ταινίας μετά την ολοκλήρωσή της.
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση μουσικής που γράφτηκε μετά την ολοκλήρωση του μοντάζ είναι αυτή του Μάιλς Ντέιβις για την ταινία του Λουί Μαλ “Ασανσέρ για δολοφόνους”. Ο Μάιλς κυριολεκτικά αυτοσχεδίαζε παρακολουθώντας την ταινία η οποία, κατά δήλωση του σκηνοθέτη, από ένα κοινότοπο έργο μετατράπηκε σε κάτι συναρπαστικό.
Τα πρώτα χρόνια η σχέση της μουσικής με τον κινηματογράφο ήταν περιγραφική και απλά ενισχυτική των συναισθημάτων που προκαλούσε η δράση του έργου (αυτό συμβαίνει πολλές φορές ακόμη και σήμερα). Υπογραμμίζει, δηλαδή, αυτό που ήδη βλέπουμε επιτείνοντας τα αισθήματα χαράς, λύπης, νοσταλγίας, αγωνίας κ.λπ. Αυτό σημαίνει ότι η μουσική σύνθεση λειτουργεί με γνώμονα την εξέλιξη της αφήγησης και των νοημάτων της όπως αυτά καθορίζονται από τον σκηνοθέτη.
Με την πάροδο του χρόνου αυτό άλλαξε και πλέον η μουσική αποτελεί οργανικό μέρος του έργου διατηρώντας την αυτονομία και την ακεραιότητά της. Ο στόχος του συνθέτη είναι να ερμηνεύσει το φιλμ σε ένα άλλο επίπεδο λειτουργώντας αντιστικτικά με τη σκηνοθετική αφήγηση. Η μουσική δηλαδή έρχεται σε συναισθηματική και εννοιολογική αντίθεση με την εικόνα που προβάλλεται στην οθόνη δημιουργώντας συνθήκες ειρωνικής αντιπαράθεσης ή συναισθηματικής αποστασιοποίησης. Για παράδειγμα, δεν ταυτίζεται με τον πανικό ή τον τρόμο των χαρακτήρων, αναγκάζοντας τον θεατή να δει τη σκηνή με πιο αντικειμενικό τρόπο. Στο “Κουρδιστό Πορτοκάλι” (1971) του Στάνλεϋ Κιούμπρικ γίνεται χρήση χαρούμενης μουσικής του Ροσίνι ή της 9ης Συμφωνίας του Μπετόβεν κατά τη διάρκεια σκηνών ακραίας βίας. Επίσης στην ταινία “Good morning Vietnam” (1987) του Μπάρυ Λέβινσον η κατάδειξη της καταστροφής των χωριών και της φρίκης του πολέμου συνοδεύεται από το τραγούδι του Λούις Άρμστρογκ “What a wonderful world”.
Στην Σοβιετική Ένωση ο Αϊζεστάιν χρησιμοποίησε την αντιστικτική μουσική όπως και στο διαλεκτικό μοντάζ. Υποστήριζε ότι ο ήχος πρέπει να χρησιμοποιείται αντιστικτικά προς την εικόνα και όχι ως απλή συνοδεία της. Η σύγκρουση ανάμεσα στη μουσική (στον ήχο γενικότερα) και την εικόνα μπορεί να παράξει ένα τρίτο βαθύτερο νόημα αντίστοιχο με το μοντάζ των πλάνων.
Ο Βερτώφ, με την σειρά του, παρότι δεν ανέπτυξε την έννοια της αντίστιξης ακριβώς με τον ίδιο θεωρητικό τρόπο όπως ο Αϊζεστάιν, χρησιμοποίησε συχνά τη μουσική ώστε να δημιουργεί νέα νοήματα και όχι απλώς να ντύνει την εικόνα.
Μια από τις πιο σπουδαίες ιδιότητες της κινηματογραφικής μουσικής είναι η μνήμη. Ο θεατής μπορεί υποσυνείδητα να νοιώσει μια βαθιά συγκίνηση ακούγοντας το μουσικό θέμα που συνοδεύει τον ήρωα ή ένα γεγονός, χωρίς να έχει μπροστά του την εικόνα αλλά απλά ανακαλώντας την στην μνήμη του.
Κατά την χρυσή εποχή του Αμερικανικού κινηματογράφου (1930-1950) η μουσική ήταν κυρίως περιγραφική και υποστηρικτική των συναισθημάτων που παρήγαγε η εικόνα. Ο στόχος της ήταν να καθοδηγεί το κοινό ως προς το πώς να νιώσει για μια σκηνή, να τονίζει τη δράση και να ενισχύει τη δραματική αφήγηση.
Μερικοί από τους σπουδαιότερους συνθέτες της συγκεκριμένης εποχής που έγραψαν αλησμόνητη μουσική σε θρυλικές ταινίες είναι οι: Μαξ Στάϊνερ (Όσα παίρνει ο άνεμος -Καζαμπλάνκα), Έριχ Κόρνγκολντ (Ό πρίγκιπας και ο φτωχός – Χουαρέζ), Μπέρναρντ Χέρμαν (Στην σκιά τεσσάρων γιγάντων – Ψυχώ – Φαρενάιτ 451), Μίκλος Ρόζα (Κβο βάντις – Μπεν Χουρ – Ελ Σιντ), και ο Άλφρεντ Νιούμαν (Αίμα και άμμος – Όλα για την Εύα).
Στη Δυτική Ευρώπη οι πιο αξιόλογοι μεταξύ πολλών είναι οι: Ένιο Μορικόνε (Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος – Η αποστολή – Σινεμά ο Παράδεισος), Χανς Ζίμερ (Ο μονομάχος – Inception – Dune), Νίνο Ρότα (Ο Νονός – Dolce Vita – 81/2), Μωρίς Ζαρ (Δόκτωρ Ζιβάγκο – Λώρενς της Αραβίας), Τζων Μπάρυ (Ο Χρυσοδάκτυλος – Χορεύοντας με τους Λύκους), Μισέλ Λεγκράν ( Οι ομπρέλλες του Χεμβούργου – Υπόθεση Τόμας Κράουν – Καλοκαίρι του ’42).
Από την Σοβιετική Ένωση τα βαριά χαρτιά είναι: Ντμίτρι Σοστάκοβιτς (Άμλετ – Βασιλιάς Λήρ), Σεργκέι Προκόφιεφ (Αλεξάντερ Νιέφσκι – Ιβάν ο τρομερός), Έντουαρντ Αρτέμιεφ (Σολάρις – Στάλκερ) και από την Πολωνία ο Ζμπίγκνιου Πράισνερ (Η διπλή ζωή της Βερόνικα – Blue).
Εξυπακούεται ότι ο κατάλογος είναι πολύ μεγάλος και οι παραπάνω είναι λίγοι από πολλούς καλούς που έγραψαν και μερικοί από αυτούς συνεχίζουν να γράφουν μουσική για τον κινηματογράφο.
Πάντως είναι σύνηθες ορισμένοι σκηνοθέτες να συνεργάζονται σχεδόν μόνιμα με τον ίδιο μουσικοσυνθέτη όταν έχει αποδειχθεί ότι η σχέση τους βασίζεται στην εμπιστοσύνη και την υποδειγματική επικοινωνία και κυρίως γιατί έτσι διασφαλίζουν μια σταθερή καλλιτεχνική ταυτότητα.
Μερικά διάσημα ζευγάρια σκηνοθετών – μουσικών είναι Στήβεν Σπίλμπεργκ- Τζων Ουίλιαμς, Σέρτζιο Λεόνε – Ένιο Μορικόνε, Άλφρεντ Χίτσκοκ – Μπέρναρντ Χέρμαν, Σεργκέι Αϊζεστάιν – Σεργκέι Προκόφιεφ, Νίνο Ρότα – Φεντερίκο Φελίνι, Θεόδωρος Αγγελόπουλος – Ελένη ΚαραΪνδρου.
Η μουσική και ο κινηματογράφος είναι δύο τέχνες που διασταυρώνονται με συναρπαστικούς τρόπους, δημιουργώντας αξεπέραστα έργα τέχνης. Όσο αφορά στην πρώτη, ξεκινώντας από απλή συνοδεία των βωβών ταινιών κατέληξε σε αυτόνομο αφηγηματικό εργαλείο έτσι ώστε δεν είναι λίγες οι φορές που είναι τόσο σημαντική όσο η ίδια η εικόνα.